«Την ιστορία με τα γίδια την ξέρεις;»

Απόσπασμα από το βιβλίο του Δ. Ε. Σολδάτου με τίτλο: εν ονόματι του ελληνικού λαού.

……..

«Τα γίδια; Ποια γίδια;» ρώτησα.

Ξαναγέμισε τα ποτήρια.

«Πιέκα!»

Το κεφάλι μου άρχισε να γυρίζει…

Ο καφετζής ανάγλειψε το απανώχειλο και ξεκίνησε:

«Αυτό π’ θα σ’ πω, δεν το ’δα με τα μάτια μου. Το άκουσα, όμως, με τ’ αυτιά μου π’ το ’λεγε εκειός π’ το ’δε.

»Γινόντανε πανηγύρι σ’ ένα χωριό του Ξηρομέρου και τραγούδα’ε ο Καρναβάς*. Καιγόντανε το πατάρι απ’ τα όργανα, το κλαρίνο σκιζόντανε φέτες, το καλάμι του οργάνου τερέτιζε σαν τζίτζικας το κατακαλόκαιρο, ο κόσμος ουρά για χορό, η χαρτούρα μέχρι το γόνατο. Κι ήρτε η σειρά μιανού τσοπάνη να φέρει την γύρα του. Πιάστηκε στον χορό μαζί με κάτι τσοπανόπουλα που ’χε κοντά του, αλλά ο άνθρωπος δεν σκάμπαζε γρι και σαλτοκόπαε σαν καλικάντζαρος. Ο κλαριντζής τονε πήρε στο ψιλό κι έπαιζε το κλαρίνο σαν πίπιζα. Η τραγουδίστρια κοπάναε το ντέφι στο κεφάλι της απ’ το γέλιο. Τότε, σηκώθηκε ορτός ο Τακούλας και σταμάτησε τα όργανα.

»“Ωρέ, άνθρωπε, γιατί χαλάς το γλέντι;” είπε στον τσοπάνη.

»Εκειός έμεινε στον τόπο, με το ’να ποδάρι σηκωμένο απάνου. Έσκυψε το κεφάλι κι απολογήθηκε:

»“Αυτό ξέρω, αυτό χορεύω, ωρέ Τακούλα!”

»Οι περισσότεροι βάλανε τα γέλια με τα λεγόμενά του και κάποιοι αρχινίσανε να τον αποδοκιμάζουνε με σφυρίγματα, λες και τονε προγκάγανε με τον ίδιο τρόπο που σαλάγαγε κι εκειός τα γίδια του. Φουρκίστηκε, το λοιπόν, ο τσοπάνης και μίλησε με ασέβεια στον μπαρμπα-Τάκη:

»“Σας πλερώνω και θα παίξ’ τε! Το πώς χορεύω εγώ είναι δικός μου λογαριασμός!”

»Ο κόσμος τα ’χασε… Κανένας δεν μίλαγε στον Καρναβά έτσι! Τέτοια πράματα δεν τα σήκωνε ποτέ! Περίμεναν με κομμένη ανάσα την αντίδρασή του. Εκείνος κατέβηκε απ’ το πατάρι και πλησίασε τον τσοπάνη. Αυτός πισωπάτησε. Φτάνοντας κοντά του ο Καρναβάς, έβαλε το χέρι στον ώμο του και είπε με φωνή γλυκιά λες κι ετραγούδα’ε:

»“Ωρέ άνθρωπε, ήρτα εγώ στο μαντρί σου να σε μάθω πώς θα βόσκεις τα γίδια; Πώς θα τ’ αρμέγεις; Πώς θα βράζεις το μόγαλο; Πώς θα φκιάνεις την μυζήθρα; Δεν ήρτα, γιατί δεν ξέρω. Εσύ γιατί ήρτες, αφού δεν ξέρεις, να μου πεις πώς θα κάμω το πανηγύρι; Θέλεις να χορέψεις; Ναι! Μάθε πρώτα χορό κι ύστερα έλα να σου τραγουδάω μέχρι το χάραμα. Και μην ρίξεις χαρτούρα στο πατάρι, φέρε καμιά μυζήθρα! Και μυζήθρες παίρνουμε!”

»Ο κόσμος γέλασε, ο αέρας αλάφρυνε, κι ο τσοπάνης είπε κάπως αγαθά:

»”Να τελειώσω τον χορό μου και φεύγω!”

»Ο Καρναβάς συννέφιασε.

»“Τον χορό να τον αφήκεις εδεκεί π’ τον άφηκες! Ειδάλλως στείλε τα γίδια σου να τον τελειώσουνε, αυτά θα χορεύουνε καλύτερα!”

»Ο κόσμος ξεράθηκε στα γέλια. Ο βοσκός, παραδόξως, δεν θίχτηκε. Μόνον αγκάλιασε τον μπαρμπα-Τάκη, τον φίλησε σταυρωτά και είπε:

»“Αύριο βράδυ θα τα στείλω εξάπαντος!”

»Την άλλη μέρα το περιστατικό ξεχάστηκε. Ο κόσμος συγκεντρώνονταν απ’ τ’ απόγευμα στον χώρο του πανηγυριού. Και με το γέρμα του ήλιου, σκούξανε οι δοκιμαστικές κλαρινιές. Ανέβηκε στο πατάρι κι ο Καρναβάς.

»Τότε, ακούστηκαν… τα βελάσματα! Κι ανάμεσα απ’ τα δέντρα φάνηκαν τα πρώτα γίδια. Ο τσοπάνης είχε κρατήσει τον λόγο του κι έστειλε τα γίδια του να χορέψουν. Κανείς δεν γέλασε. Το θέαμα πλέον άγγιζε τα όρια της προσβολής. Στα χωριά μας γίνονταν φόνοι για το τίποτα, όχι για τέτοιο πράμα! Ο βοσκός όμως άφαντος, ενώ τα γίδια δειλά-δειλά έφταναν στο χοροστάσι.

»Ο κλαρινίστας δοκίμασε να τα σκιάξει παίζοντας κάτι φάλτσα. Εκείνα στάθηκαν και τον κοίταζαν απορημένα με τα μπιρμπιλένια μάτια τους.

»Τότε, ο μπαρμπα-Τάκης έδωκε εντολή να παίξουν το “μπήκαν τα γίδια στο μαντρί” κι αρχίνησε το τραγούδι.

»Τα γίδια τέντωσαν τ’ αυτάκια τους προς το πατάρι, λες και σκάμπαζαν από Καρναβά, για ν’ ακούσουν! Ο κόσμος έκαμε κύκλο, έβαλε τα γίδια στην μέση και πιάστηκε στον χορό. Τα ζώα έτρεχαν γύρω-γύρω και βέλαζαν.

»Το τραγούδι τέλειωσε, ο κόσμος αναμέρισε. Τα γίδια συνέχισαν την τρεχάλα, νομίζοντας πως ο ανθρώπινος κύκλος εξακολουθούσε γύρω τους.

»Ο Καρναβάς έπιασε νέο τραγούδι, τα γίδια έφερναν γυροβολιά. Το τραγούδι τέλειωσε. Τα γίδια στόμωσαν. Ο Καρναβάς έκαμε νόημα στους μουσικούς να πάψουν. Κι έπιασε ένα μοιρολόι που ράγιζαν και οι πέτρες. Τα γίδια γονάτισαν, όπως κάνουν όταν κοιμούνται. Έγειραν τα κεφαλάκια τους κι άκουγαν σιωπηλά. Πού και πού κάποιο αναχάραζε, λες κι αναστέναζε. Τέλειωσε και το μοιρολόι. Τα γίδια εκεί, πετρωμένα…»

………

• για τους αμαθείς … ποιος ήταν Τ. Καρναβάς; ότι ήταν ο Στέλιος Καζαντζίδης για τα λαϊκά ήταν ο Τάκης Καραναβάς για τα Δημοτικά.

Like1

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *