
Κάπου ανάμεσα σε μια σύσκεψη χωρίς τέλος και σε ένα email που δεν έπρεπε ποτέ να σταλεί, ζει και βασιλεύει ο Dilbert. Όχι ως σκίτσο πια, αλλά ως καθημερινή εμπειρία.
Δεν χρειάζεται να ψάξεις πολύ. Θα τον βρεις σε ένα γραφείο με χαμηλό φωτισμό, μπροστά σε μια οθόνη γεμάτη παρουσιάσεις που εξηγούν τα αυτονόητα. Δίπλα του, ένας προϊστάμενος που μιλάει πολύ, χωρίς να λέει τίποτα — μια πιο κομψή εκδοχή του «Pointy-Haired Boss».
Στο ελληνικό γραφείο, το φαινόμενο έχει τη δική του ιδιαιτερότητα.
Δεν είναι μόνο η γραφειοκρατία. Είναι και η συνήθεια. Η ανοχή. Εκείνη η σιωπηλή συμφωνία ότι «έτσι γίνονται τα πράγματα».
Και κάπως έτσι, το παράλογο αποκτά διάρκεια.
Συσκέψεις για να αποφασίσουμε αν θα κάνουμε άλλη σύσκεψη.
Στρατηγικές που αλλάζουν πριν προλάβουν να εφαρμοστούν.
Λέξεις μεγάλες — «όραμα», «μετασχηματισμός», «καινοτομία» — που μικραίνουν μόλις ακουμπήσουν την πράξη.
Κι όμως, μέσα σε όλο αυτό, υπάρχει και κάτι πιο ενδιαφέρον.
Ο Dilbert δεν είναι ο ήρωας. Είναι ο μάρτυρας.
Βλέπει το παράλογο, το καταγράφει, το αντέχει. Δεν το αλλάζει — αλλά δεν το νομιμοποιεί κιόλας. Και ίσως εκεί βρίσκεται η πρώτη ρωγμή: στη συνείδηση ότι «κάτι δεν πάει καλά».
Γιατί κάθε οργανισμός, αν δεν προσέξει, γλιστράει προς τη γελοιοποίηση χωρίς να το καταλάβει. Όχι από κακή πρόθεση, αλλά από αδράνεια. Από την ευκολία του «έτσι το βρήκαμε».
Και τότε, ο Dilbert παύει να είναι αστείο.
Γίνεται καθρέφτης.
Ίσως, τελικά, η διαφορά δεν είναι ανάμεσα σε καλές και κακές εταιρείες.
Αλλά ανάμεσα σε εκείνες που γελούν με τον Dilbert —
και σε εκείνες που δεν καταλαβαίνουν ότι μιλούν για τον
ημιούργησε ο Scott Adams το 1989
.
Τι σατιρίζει
Το κόμικ Dilbert σατιρίζει τον κόσμο των εταιρειών:
την κακή διοίκηση
τη γραφειοκρατία
τις άχρηστες συσκέψεις
τις «μεγάλες ιδέες» χωρίς ουσία
Ο πιο γνωστός χαρακτήρας μετά τον Dilbert είναι ο Pointy-Haired Boss (ο «διευθυντής με το μυτερό μαλλί»), σύμβολο του κακού manager.
