Η φράση αυτή, λιτή και σχεδόν παιδαγωγική, κρύβει μέσα της μια ολόκληρη ηθική στάση ζωής. Δεν πρόκειται για προτροπή σκληρότητας· πρόκειται για προτροπή ισορροπίας. Ο υπερόπτης δεν χρειάζεται υποταγή· χρειάζεται όριο. Ο ταπεινός δεν χρειάζεται επίδειξη ισχύος· χρειάζεται σεβασμό.
Ο πρώτος πειρασμός του ανθρώπου είναι η δύναμη. Όταν νιώθει ανώτερος —λόγω θέσης, γνώσης, πλούτου ή επιτυχίας— κινδυνεύει να ξεχάσει ότι η αξία του δεν μετριέται από το ύψος στο οποίο στέκεται, αλλά από τον τρόπο που σκύβει. Η υπεροψία απέναντι στον ταπεινό είναι ένδειξη εσωτερικής ανασφάλειας· είναι η ανάγκη να επιβεβαιωθείς πάνω σε κάποιον που δεν αντιστέκεται.
Ο δεύτερος πειρασμός είναι ο φόβος. Μπροστά στον υπερόπτη —στον θορυβώδη, στον αυταρχικό, στον «ισχυρό»— πολλοί επιλέγουν την ταπεινότητα ως άμυνα. Όμως εδώ η ταπεινότητα μετατρέπεται σε δουλικότητα. Και η δουλικότητα γεννά περισσότερη υπεροψία. Η αξιοπρέπεια δεν είναι αλαζονεία· είναι ήρεμη σταθερότητα.
Η ρήση του Twain δεν μας καλεί να γίνουμε σκληροί. Μας καλεί να είμαστε δίκαιοι. Να κρατάμε ίσια τη ράχη χωρίς να σηκώνουμε τη μύτη. Να μη συγχέουμε την καλοσύνη με την αδυναμία, ούτε τη σταθερότητα με την αλαζονεία.
Στον κόσμο των κοινωνικών ρόλων —στην εργασία, στην πολιτική, ακόμη και στην καθημερινή συναναστροφή— αυτή η ισορροπία είναι πράξη ωριμότητας. Η πραγματική ευγένεια φαίνεται προς τα κάτω. Και η πραγματική αυτοεκτίμηση φαίνεται προς τα πάνω.
Ίσως τελικά το μήνυμα να είναι απλό:
Να είσαι άνθρωπος. Χωρίς ύφος απέναντι στους μικρούς· χωρίς φόβο απέναντι στους μεγάλους.
