Υπάρχει μια στιγμή στη ζωή —και στο έργο κάθε ανθρώπου— όπου η σιωπή παύει να είναι απουσία λόγου και γίνεται πράξη ευθύνης. Όχι από αδυναμία, ούτε από φόβο, αλλά από βαθιά επίγνωση. Όταν το όραμα ακόμη ωριμάζει, όταν η πρόθεση δεν έχει ακόμη στερεωθεί σε αποτέλεσμα, τα πολλά λόγια λειτουργούν σαν πρόωρη έκθεση στο φως: αποδυναμώνουν, παραμορφώνουν, κάποτε ματαιώνουν.
Το να αφήνεις τα αποτελέσματά σου να μιλούν από μόνα τους δεν είναι αλαζονική απόσταση· είναι σεβασμός. Σεβασμός προς τον χρόνο, που απαιτείται για την κυοφορία. Σεβασμός προς το έργο, που αξίζει να κριθεί όταν σταθεί όρθιο —όχι όσο στηρίζεται ακόμη σε υποσχέσεις. Σεβασμός, τέλος, προς τους άλλους, που δικαιούνται την αλήθεια των πράξεων και όχι τη ρητορεία των προθέσεων.
Η σιωπή, σε αυτή τη μορφή της, δεν είναι κενό· είναι προστατευτικό περίβλημα. Κρατά μακριά τον θόρυβο της πρόωρης κριτικής, την πίεση της εξήγησης, τον πειρασμό της δικαιολόγησης. Δίνει χώρο στη συγκέντρωση, στην επιμονή, στην αθόρυβη καθημερινή πρόοδο που δεν φαίνεται, αλλά συσσωρεύεται.
Ό,τι χτίζεται μέσα στη σιωπή, αποκτά αντοχή.
Και όταν έρθει η ώρα, τα αποτελέσματα δεν χρειάζονται μετάφραση. Στέκονται μόνα τους, καθαρά, χωρίς υπερθετικούς και χωρίς άμυνες. Τότε η σιωπή παύει να είναι προστασία και γίνεται κύρος. Γιατί σε έναν κόσμο που μιλά διαρκώς, εκείνος που μίλησε τελευταίος —μέσα από το έργο του— έχει συνήθως και τον πιο πειστικό λόγο.
