Τα κουταλάκια του γλυκού και ο Μίλτον Φρίντμαν

Σύντομο δοκίμιο

Λέγεται ότι όταν ο νομπελίστας οικονομολόγος και γκουρού του νεοφιλελευθερισμού, Μίλτον Φρίντμαν (1912-2006), επισκέφθηκε την Κίνα, τον πήγαν σ’ ένα εργοτάξιο, όπου είδε χιλιάδες εργαζόμενους να σκάβουν με κασμάδες.

Όταν ρώτησε τους υπεύθυνους γιατί δεν αγοράζουν μηχανολογικό εξοπλισμό ώστε να κάνουν τη δουλειά τους γρηγορότερα και αποτελεσματικότερα, οι Κινέζοι κομισάριοι του απάντησαν «μα για να έχει δουλειά ο κόσμος».

Ο Φρίντμαν τους άφησε άφωνους, όταν τους απάντησε: «Tότε γιατί δεν βάζετε υπερδιπλάσιους εργαζόμενους να σκάβουν με κουταλάκια του γλυκού;

Η ιστορία με τα κουταλάκια του γλυκού —είτε ειπώθηκε ποτέ είτε όχι— επιβιώνει όχι επειδή είναι αληθινή, αλλά επειδή είναι εύστοχη. Ανήκει σε εκείνη την κατηγορία των αφηγημάτων που δεν διεκδικούν ιστορική ακρίβεια, αλλά φιλοσοφική διαύγεια.

Ο υποτιθέμενος διάλογος αντιπαραθέτει δύο διαφορετικές αντιλήψεις για την εργασία. Από τη μία, η λογική της απασχόλησης ως αυτοσκοπού: να δουλεύει ο κόσμος, έστω κι αν η δουλειά είναι αργή, αναποτελεσματική ή άσκοπη. Από την άλλη, η λογική της παραγωγικότητας: να γίνεται το έργο με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, ώστε οι άνθρωποι να απελευθερώνονται για κάτι επόμενο, κάτι πιο δημιουργικό.

Το κουταλάκι του γλυκού λειτουργεί εδώ ως αλληγορία. Αν ο στόχος είναι απλώς να «κινείται το χέρι», τότε κάθε τεχνολογία είναι περιττή και κάθε πρόοδος ύποπτη. Αν όμως ο στόχος είναι το αποτέλεσμα, τότε η εργασία παύει να είναι τιμωρία και γίνεται μέσο. Δεν αγιάζεται από τον ιδρώτα, αλλά από το νόημά της.

Το δίλημμα δεν είναι οικονομικό· είναι βαθιά ηθικό. Θέλουμε κοινωνίες που συντηρούν την απασχόληση ή κοινωνίες που επενδύουν στην ανθρώπινη δυνατότητα; Θέλουμε ανθρώπους δεμένους στο κασμά —ή ελεύθερους να σκεφτούν τι άλλο μπορούν να κάνουν, τώρα που ο κασμάς αντικαταστάθηκε από μια μηχανή;

Ίσως, τελικά, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν ειπώθηκε ποτέ η φράση. Αλλά αν, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, κρατάμε ακόμη το κουταλάκι στο χέρι, από φόβο μήπως, αν το αφήσουμε, μείνουμε αντιμέτωποι με το πιο δύσκολο έργο απ’ όλα: να δώσουμε νέο νόημα στον χρόνο μας

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *