(Μικρό δοκίμιο)
Οι άνθρωποι που δεν είναι ευχαριστημένοι με τον εαυτό τους, συχνά γίνονται κακοί με τους άλλους. Όχι από έμφυτη μοχθηρία, αλλά από μια εσωτερική έλλειψη που ζητά επειγόντως διέξοδο. Η δυσαρέσκεια, όταν δεν βρίσκει δρόμο προς την αυτογνωσία, μετατρέπεται σε αιχμή∙ κι αυτή η αιχμή στρέφεται συνήθως προς τα έξω.
Όποιος δεν αντέχει να σταθεί μόνος με τον εαυτό του, δυσκολεύεται να σταθεί δίπλα στον άλλον. Τα ανεκπλήρωτα όνειρα, οι ματαιώσεις και οι σιωπηλές ήττες συσσωρεύονται σαν βάρος. Κι όταν το βάρος γίνεται δυσβάσταχτο, ο άνθρωπος αναζητά αποδιοπομπαίο τράγο. Τότε η κριτική γίνεται σκληρή, ο λόγος δηλητηριώδης, η συμπεριφορά άδικη. Δεν χτυπά τον άλλον επειδή εκείνος φταίει, αλλά επειδή ο ίδιος πονά.
Η κακία, στις περισσότερες περιπτώσεις, είναι μια αποτυχημένη μορφή άμυνας. Είναι η κραυγή ενός εγώ που δεν βρήκε συμφιλίωση. Αντί για διάλογο με τον εαυτό, επιλέγεται η σύγκρουση με τον κόσμο. Αντί για αυτοκριτική, η καταδίκη του άλλου. Έτσι, η εσωτερική ανεπάρκεια μεταμφιέζεται σε ηθική υπεροχή.
Αντίθετα, ο άνθρωπος που έχει συμφιλιωθεί με τις αδυναμίες του, που αποδέχεται τα όριά του και αναγνωρίζει τα λάθη του, σπανίως γίνεται σκληρός. Η αυτογνωσία γεννά επιείκεια. Όποιος έχει περπατήσει μέσα στις δικές του σκιές, μαθαίνει να σέβεται και τις σκιές των άλλων.
Ίσως, λοιπόν, η καλοσύνη να μην είναι ζήτημα χαρακτήρα, αλλά καρπός εσωτερικής ειρήνης. Και η κακία, όχι απόδειξη δύναμης, αλλά μαρτυρία μιας βαθιάς δυσαρέσκειας που δεν τόλμησε ποτέ να κοιταχτεί κατάματα.
