Η φράση που αποδίδεται στον Αϊνστάιν δεν λειτουργεί ως ηθικό απόφθεγμα· λειτουργεί ως προειδοποίηση. Ο έπαινος, όσο καλοπροαίρετος κι αν είναι, έχει μια ύπουλη ιδιότητα: τείνει να «παγώνει» τον άνθρωπο στη στιγμή της επιτυχίας του. Τον μετατρέπει από δημιουργό σε μνημείο του ίδιου του του εαυτού.
Ο έπαινος καθησυχάζει. Λέει σιωπηρά: «Έφτασες». Και μόλις ο άνθρωπος πιστέψει ότι έφτασε, παύει να πορεύεται. Η εργασία, αντίθετα, δεν αφήνει περιθώρια εφησυχασμού. Σε υποχρεώνει να αμφισβητείς, να διορθώνεις και να αποδέχεσαι ότι αυτό που πέτυχες χθες, μπορεί αύριο να είναι ανεπαρκές. Η συνεχής εργασία δεν είναι φυγή από τον έπαινο· είναι άμυνα απέναντί του.
Ο έπαινος έχει ισχύ γιατί αγγίζει το πιο ευάλωτο σημείο του ανθρώπου: την ανάγκη για αναγνώριση. Όταν όμως η αξία μετατοπίζεται από το έργο στο χειροκρότημα, η δημιουργία χάνει τον πυρήνα της. Η εργασία, ως καθημερινή πράξη πειθαρχίας και ταπεινότητας, επαναφέρει το κέντρο βάρους εκεί όπου ανήκει: στη διαδικασία και όχι στο αποτέλεσμα.
Ίσως, τελικά, αυτό να είναι το νόημα: ο έπαινος δεν είναι κακός, είναι όμως επικίνδυνος όταν του επιτρέπουμε να μας ορίζει. Η συνεχής εργασία δεν είναι απλώς τρόπος παραγωγής έργου· είναι τρόπος διαφύλαξης του χαρακτήρα. Και ο χαρακτήρας, περισσότερο από το ταλέντο, είναι αυτός που αντέχει στον χρόνο.
