
Το αρχονταρίκι της σιωπής
Η φωτιά στην παλιά μασίνα δεν μιλούσε· ανάσαινε. Δεν ήταν πολύς ο καιρός που, από μια παράξενη συγκυρία, βρέθηκε από τη λήθη μιας αποθήκης στα Σπάτα στην αγκαλιά των ορεινών Δερβενοχωρίων — σ’ έναν χώρο που ο ένοικός του, από ευλάβεια, αποκαλεί Αρχονταρίκι. Από την πρώτη στιγμή η παλιά μασίνα συμπάθησε αυτό το μικροσκοπικό δωμάτιο με την πέτρα και το ξύλο· έβαλε τα δυνατά της να ζεστάνει όχι μόνο τον χώρο , αλλά και τις ψυχές όσων αναζητούσαν την παρέα της.
Κάθε τριγμός του μετάλλου ήταν μια λέξη που δεν ειπώθηκε ποτέ, κάθε σπίθα ένα σημάδι πως ο χρόνος εκεί μέσα δεν μετριόταν με ρολόγια, αλλά με ζεστασιά. Το κόκκινο υφαντό —εργόχειρο μιας υφάντρας που, αν και αναχώρησε πρόσφατα από τη ζωή, παραμένει παρούσα — κρατούσε πάνω του τη διαδρομή των βημάτων.
Στο τραπεζάκι, δίπλα στο ποτηράκι με το τσίπουρο, ο «Οδυσσέας» του Τζόις έστεκε ανοιχτός στη μέση. Ο αιπόλος δεν βιαζόταν να τελειώσει τις σελίδες, όπως δεν βιαζόταν να μετρήσει τα κοπάδια του στις πλαγιές της Πάρνηθας. Για εκείνον, οι χαοτικοί μονόλογοι του βιβλίου έμοιαζαν με τον άνεμο που σφυρίζει στις χαράδρες: δεν χρειαζόταν να τους καταλάβεις όλους για να νιώσεις τη δύναμή τους. Κάθε φράση ήταν μια στάση σε μια διαδρομή που δεν είχε προορισμό, παρά μόνο την ίδια την περιπλάνηση.
Απέναντι από τη φωτιά κάθισε ο άντρας. Δεν άναψε φως. Άφησε το βλέμμα του να ακολουθήσει τις σκιές στους τοίχους· έβλεπε τα κρεμασμένα εργαλεία σαν μικρές μνήμες μόχθου, τις φωτογραφίες που κρατούσαν τα πρόσωπα ζωντανά στη θέση τους. Το βιβλίο περίμενε υπομονετικά στο φως της σπίθας. Σε αυτό το δωμάτιο, η γνώση δεν ήταν επίδειξη, ήταν συντροφιά.
Κι έτσι έμεινε, με καθαρό νου
Να ακούει τη σιωπή να μιλά.
Να διαβάζει χωρίς να γυρίζει σελίδα.
Να θυμάται χωρίς να πονά.
Γιατί υπάρχουν χώροι που δεν σε φιλοξενούν·
σε επιστρέφουν — και συνάμα σε ταξιδεύουν.
ΚΜ
