Μια καρότσα λάχανα και τα καντήλια αναμμένα! (Διήγημα)

«Βρε τι παλιόκαιρος που μας βρήκε! Έχω κλείσει τα πενήντα κι είναι η πρώτη φορά, από όσο θυμάμαι, που έχουμε είκοσι μέρες χιόνι. Δεν λέει να λιώσει, να κατέβει έστω λίγο, παρόλο που εδώ και μια βδομάδα έχουμε λιακάδα όλη μέρα — αλλά τη νύχτα πάει στο μείον δέκα!»

«Αγαπητέ Γιώργο, δεν θυμάσαι καλά…» τον διακόπτει ο μπάρμπα-Γιάννης, που πλησιάζει τα ενενήντα, και συνεχίζει:

«Πριν δέκα χρόνια είχαμε για ένα μήνα δυο μέτρα χιόνι. Δεν θυμάσαι που με τα φτυάρια είχαμε κάνει διαδρόμους για να επικοινωνούμε μεταξύ μας; Ήταν τότε που πέθανε η Μυγδάλω κι ούτε να τη θάψουμε δεν μπορούσαμε — ήταν αδύνατο να φτάσουμε στο νεκροταφείο!»

«Μπάρμπα-Γιάννη, ξεχνάς νομίζω το χειρότερο!» ακούγεται η φωνή του Βρασίδα, του καφετζή, που βρίσκεται πίσω από τον πάγκο του μαγαζιού του. Έχει κι αυτός τα χρονάκια του, πρέπει να ’χει καβατζάρει τα ενενήντα, μα φαίνεται εβδομηντάρης. Συνεχίζει:

«Πρέπει να ’ταν λίγο πριν το ’55, τότε που σωριάστηκε τόσο χιόνι που κανείς από τους γέρους μας δεν το είχε ξαναδεί. Τρία μέτρα, εδώ στην πλατεία, έξω από το μαγαζί! Και σαν να μην έφτανε αυτό, μετά το χιόνι για μια βδομάδα έβρεχε καρεκλοπόδαρα. Έλιωσε το χιόνι, το νερό δεν έβρισκε διέξοδο στην καταβόθρα και παραλίγο να πνιγεί το χωριό!»

«Έχεις δίκιο, το είχα ξεχάσει. Το ίδιο μυαλό, χειμώνα-καλοκαίρι… τι να πρωτοθυμηθεί!» απαντά ο μπάρμπα-Γιάννης.

«Ενώ το δικό μου είναι πιο φρέσκο!» αποκρίνεται γελώντας ο Βρασίδας, ευχαριστημένος που του «βγήκε» του σχεδόν συνομήλικού του, και συνεχίζει:

«Θα θυμάσαι τους λοκατζήδες που είχαν έρθει να ξεβουλώσουν την τρύπα στην καταβόθρα, να αδειάσει το οροπέδιο που είχε γίνει λίμνη και είχε σκεπάσει τις αυλές των πρώτων σπιτιών προς τον κάμπο!»

«Βρε παιδιά,» συνεχίζει ο πενηντάχρονος Γιώργος, «το παράξενο με μας είναι ότι είμαστε χωριό ούτε πενήντα χιλιόμετρα απ’ την πρωτεύουσα κι όμως τόσο απομονωμένοι, λες και βρισκόμαστε στα ελληνοαλβανικά σύνορα! Προχτές είδα στην τηλεόραση έναν δημοσιογράφο που είχε έρθει εδώ να μας δείξει ως αξιοθέατο. Και ξέρετε πώς είπε τα χωριά μας; Τα απομονωμένα μεθοριακά χωριά της πρωτεύουσας! Είπε ακόμη ότι είμαστε το “βορινό μπαλκόνι της Αθήνας”. Τώρα τι σόι μπαλκόνι είμαστε που δεν μπορούμε να πάμε στο σαλόνι… είναι άλλη συζήτηση!»

Όλη η παρέα —καμιά δεκαπενταριά άτομα— περνά την ώρα της καθισμένη γύρω από μια μεγάλη ξυλόσομπα, ιδιοκατασκευή του Βρασίδα, που εύκολα τροφοδοτείται με μεγάλα ξύλα και χαρίζει ζέστη σε όλο τον χώρο, δεν ξεπερνά τα εκατό τετραγωνικά. Κάποιοι παίζουν χαρτιά, άλλοι πίνουν αργά το τσίπουρό τους με τα μεζεκλίκια που ετοιμάζει η γυναίκα του Βρασίδα, κι άλλοι έχουν ανοίξει κουβέντες για τα παλιά ή τους καημούς που ο καθένας θέλει να βγάλει στη φόρα.

Το καφενείο, εκείνα τα χρόνια —πριν εμφανιστούν τα λεγόμενα κοινωνικά δίκτυα— ήταν ο κατεξοχήν στατικός κοινωνικός ιστότοπος, όπου ο καθένας έβρισκε τη θέση του στη μικρή κοινωνία. Ο άνθρωπος, έλεγε ο Αριστοτέλης, είναι πολιτικόν ον: θρέφεται και λειτουργεί με την κοινωνική όσμωση. Αυτό δεν άλλαξε ποτέ· μόνο τα μέσα αλλάζουν. Τα καφενεία τότε, τα δίκτυα σήμερα, υπηρετούν την ίδια διαχρονική και πανανθρώπινη ανάγκη.

Ο Γιώργος, ωστόσο, είχε μια ακόμη μεγαλύτερη έγνοια. Στο αγρόκτημά του, σ’ ένα μικρό οροπέδιο ανατολικά του χωριού, είχε καλλιεργήσει με περισσή φροντίδα λάχανα. Από τα μέσα Ιουλίου είχε ξεκινήσει: δύο βαθιές αρόσεις, δύο φρεζαρίσματα και πολλή κοπριά ανακατεμένη στο καλά δουλεμένο χώμα. Το αποτέλεσμα; Μια σοδειά που δεν είχε ξαναδεί: κάθε λάχανο πάνω από πέντε κιλά! Ήταν περήφανος για τη δουλειά του και στο καφενείο συχνά μιλούσε με κάποια έπαρση για το κατόρθωμά του.

Μα ο παλιόκαιρος τον πρόλαβε, κι ο χιονιάς σκέπασε τα λάχανα. Ο Γιώργος είχε στηρίξει πολλά πάνω τους: με τα χρήματα θα ξεχρέωνε ένα μικρό δάνειο απ’ την Αγροτική και θα κάλυπτε τα έξοδα των δύο παιδιών του, που φοιτούσαν στο λύκειο της διπλανής κωμόπολης.

Πίνοντας ξεροσφύρι το τσίπουρό του, με την πλάτη στη σόμπα, μονολογούσε δυνατά:

«Καταστροφή! Την πάτησα σαν άμαθος… Έπρεπε να τα ’χα μαζέψει στην Αγία Παρασκευή. Λες και δεν ήξερα ότι θα χιονίσει!»

«Τι πρόβλημα έχεις, κύριε Γιώργο;» ρωτά ο νεαρός Πελοπίδας που κάθεται δίπλα του.

«Τον πόνο μου λέω, ρε Πελοπίδα … Πρέπει να μαζέψω και να πουλήσω τα λάχανα στο κτήμα, δίπλα στην Αγία Παρασκευή. Το πώς και το πού είναι το πρόβλημα. Βλέπεις, κι η γειτόνισσά μου η Αγία Παρασκευή δεν βοηθά! Βέβαια, για να λέμε την αλήθεια, κι εγώ δεν είμαι εντάξει απέναντί της. Κάποια καντήλια τα ανάβω, μα πιο συχνά… τα κατεβάζω!»

«Μην στενοχωριέσαι, κύριε Γιώργο. Εγώ θα σου βρω πού θα τα πουλήσεις. Εσύ βρες πώς θα τα μαζέψεις και πώς θα τα πας στην αγορά. Θα μιλήσω με τον αδερφό μου τον Λεό — είναι μεγαλέμπορας στην Κεντρική Αγορά.»

«Βρε Πελοπίδα, τι μου είπες τώρα! Έχω χρόνια να δω τον Λεο και δεν ήξερα με τι ασχολείται. Σε ευχαριστώ, βρε Πελοπίδα ! Από την Αγία Παρασκευή περίμενα τη σωτηρία μου, απ’ τον Άγιο Πελοπίδα τη βρήκα! Μίλα με τον Λεο , και για τα υπόλοιπα θα βρω τη λύση!»

Ήταν τα τελευταία λόγια του Γιώργου προτού φύγει χαρούμενος απ’ το καφενείο.

Την άλλη μέρα, πρωί-πρωί, ένα μεγάλο κόκκινο Στάγερ με μια πελώρια καρότσα, οδηγός ο Γιώργος κι η γυναίκα του συνοδηγός, πήρε τον δρόμο για την Αγία Παρασκευή. Για μια απόσταση τριών χιλιομέτρων χρειάστηκαν δυο ώρες να φτάσουν στο κτήμα — λάχανα δεν φαίνονταν, τα ’χε σκεπάσει το χιόνι. Ρίχτηκαν στη δουλειά και, ύστερα από τέσσερις ώρες κουραστικής προσπάθειας, τα λάχανα είχαν κοπεί και στοιβαχτεί με τάξη στην καρότσα. Κουρασμένοι αλλά χαρούμενοι, πήραν τον δρόμο της επιστροφής.

Στη μέση της διαδρομής, σε μια μεγάλη ανηφόρα, το Στάγερ βάλτωσε στα λασπόνερα.

«Γυναίκα, πήγαινε στο χωριό και φώναξε τον Σπύρο να φέρει το δικό του τρακτέρ να μας ξεκολλήσει. Εγώ θα περιμένω εδώ. Κάνε γρήγορα πριν νυχτώσει. Και βρες και τον Πελοπίδα να μάθεις τι συνεννοήθηκε με τον Λεό!»

Όλα πήγαν καλά, και το επόμενο πρωί, σχεδόν χαράματα, το κόκκινο Στάγερ με την καρότσα γεμάτη λάχανα και τον ευτυχισμένο οδηγό του περνούσε την πύλη της Κεντρικής Αγοράς.

Η συνάντηση με τονΛεό, όμως, ήταν ψυχρολουσία. Ο Λεό ούτε που είχε ενημερωθεί από τον Πελοπίδα — κι ακόμη χειρότερα, έκανε πως δεν θυμόταν καν τον χωριανό του.

«Ξέρεις», του είπε ξερά, «τζάμπα τα κουβάλησες. Χτες είχαμε μεγάλες εισαγωγές σε πολύ φθηνές τιμές και δεν έχουμε ανάγκη τα δικά σου. Επειδή λυπάμαι τον κόπο σου, άσ’ τα εδώ, κι αν τα πουλήσω, θα σου δώσω κάτι. Μην περιμένεις πολλά — τα εισαγόμενα είναι σχεδόν τζάμπα.»

Περίλυπος, ο Γιώργος ανέβηκε στο τρακτέρ. Έγειρε μπροστά, ακούμπησε το κεφάλι στο τιμόνι, έκλεισε τα μάτια· μια σκοτοδίνη τού θόλωσε το μυαλό. Είδε μπροστά του τη γειτόνισσά του, την Αγία Παρασκευή, να του λέει:

«Πίστεψες πως η σωτηρία σου θα ’ρθει απ’ τον Πελοπίδα κι εμένα με ξέχασες. Όταν μάζεψες τα λάχανα, δεν βρήκες δυο λεπτά να έρθεις να ανάψεις τα καντήλια. Με αγνόησες — κι εγώ σε αγνόησα, αγαπητέ Γεώργιε. Είμαστε πάτσι!»

«Εμποδίζει το Στάγερ! Θέλουμε να ξεφορτώσουμε το φορτηγό· πάρ’ το γρήγορα από ’δώ!»

Η αγριοφωνάρα του εργάτη τον ξύπνησε απ’ τον λήθαργο.

Στον δρόμο της επιστροφής αποφάσισε να περάσει απ’ την κωμόπολη όπου ζούσαν τα παιδιά του. Μπαίνοντας στην πόλη, βλέπει μπροστά του ένα τεράστιο φρουτεμπορικό.

«Λες η γειτόνισσά μου να κάνει το θαύμα της;» σκέφτεται.

«Βοήθα με, Αγία μου, κι εγώ θα σου ανάβω κάθε απόγευμα όλα τα καντήλια! Σου υπόσχομαι πως θα ’μαι πιστός σου και δεν θα ξανακατεβάσω καντήλια!» μονολογεί, και διαβαίνει την πόρτα.

Ο μαγαζάτορας τον υποδέχεται φιλικά και του υπόσχεται να πάρει όλο το φορτίο, μάλιστα σε καλή τιμή. Το οδηγεί στο πίσω μέρος, όπου το ζυγίζουν και το ξεφορτώνουν.

Με το ζυγολόγιο στο χέρι, ο Γιώργος μπαίνει στο γραφείο του μαγαζάτορα. Εκείνος κάνει τον πολλαπλασιασμό και του λέει το ποσό που θα εισπράξει σε δεκαπέντε μέρες.

Ο Γιώργος ψελλίζει κάτι για προκαταβολή, μα η στομφώδης φωνή του εμπόρου τον κόβει:

«Αρχή της επιχείρησης, κύριε Γιώργο: κάθε δεκαπέντε και τριάντα πληρώνουμε, και μάλιστα απολύτως μετρητοίς!»

«Έστω κι έτσι, δεν πήγε χαμένος ο κόπος μου…» σκέφτεται και ετοιμάζεται να φύγει. Πριν φτάσει στην πόρτα, τον φωνάζει ο κύριος Περιβολάρης —έτσι του είχε συστηθεί— και του ζητά το ζυγολόγιο.

«Το χρειάζομαι για να το περάσω στα βιβλία», του λέει.

Έκτοτε πέρασαν πολλές δεκαπενταριές και τριανταριές, μα καμία δεν στάθηκε τυχερή για τον Γιώργο απ’ το ορεινό κι απομονωμένο χωριό, στην παραμεθόριο της πρωτεύουσας.

Σήμερα, ο κύριος Γιώργος, που έχει καβαλήσει τα ογδόντα, συχνά προσεύχεται στην Αγία Γειτόνισσά του. Μα τα καντήλια δεν της τα ανάβει.

«Δεν με βοήθησες, δεν σου χρωστώ τίποτα», μονολογεί, κάθε φορά που περνά μπροστά από την εκκλησία της..

Από την συλλογή διηγημάτων του Κ Μπερτσιά με τίτλο: μικρές ανθρώπινες ιστορίες