Το «μου αρέσει» – μια φράση μικρή, σχεδόν αθώα – έγινε το νέο μέτρο της ανθρώπινης αποδοχής.
Εκεί όπου άλλοτε χρειαζόταν βλέμμα, λόγος ή χειρονομία, σήμερα αρκεί ένα πάτημα στην οθόνη. Και πίσω από αυτό το απλό σύμβολο κρύβεται μια νέα μορφή εξουσίας: η επιστήμη του «μου αρέσει».
Η τεχνολογία κατάφερε να αποστάξει την αρχέγονη ανάγκη του ανθρώπου να ανήκει, να αναγνωρίζεται, να αγαπιέται, σε έναν ψηφιακό παλμό επιβεβαίωσης.
Κάθε «like» είναι μια σταγόνα ντοπαμίνης, μια μικρή υπόσχεση ευτυχίας.
Οι αλγόριθμοι, γνώστες πλέον των επιθυμιών μας, μαθαίνουν να μας προσφέρουν αυτή την ανταμοιβή με ακρίβεια ιατρική — ούτε συχνά ώστε να μας κουράζουν, ούτε σπάνια ώστε να μας απομακρύνουν.
Έτσι, η ανθρώπινη επιθυμία γίνεται δεδομένο, και η ευχαρίστηση γίνεται προϊόν.
Μα τι σημαίνει, τελικά, να σου «αρέσει»;
Μήπως έχουμε μετατρέψει το συναίσθημα σε μηχανισμό, την κρίση σε συνήθεια, την ελευθερία σε αντανάκλαση;
Το «μου αρέσει» δεν είναι πια γνώμη, είναι ρυθμός, είναι μέρος ενός αόρατου κοινωνικού μετρονόμου που κρατά τον παλμό της σύγχρονης ματαιοδοξίας.
Στον κόσμο των δικτύων, η αξία δεν απορρέει από την ουσία του πράγματος, αλλά από τη συχνότητα με την οποία εγκρίνεται.
Ίσως, όμως, η αληθινή επιστήμη του «μου αρέσει» να μην είναι αυτή των εργαστηρίων και των αλγορίθμων, αλλά εκείνη της ψυχής.
Η τέχνη να αναγνωρίζεις τι πραγματικά σου αρέσει χωρίς να χρειάζεσαι την επικύρωση των άλλων.
Να επιλέγεις, να αγαπάς, να δημιουργείς χωρίς να μετράς τα σημάδια επιδοκιμασίας.
Γιατί το βαθύτερο «μου αρέσει» είναι εκείνο που μένει σιωπηλό, αλλά αληθινό·
εκείνο που δεν ζητά να το πατήσεις, αλλά να το ζήσεις.
