Μια φωτογραφία μια ιστορία …

«Η στάθμη ανεβαίνει…»

Στεκόταν στο ίδιο σημείο κάθε απόγευμα. Από τότε που άρχισαν να φουσκώνουν τα νερά, είχε γίνει συνήθειό του να κατεβαίνει ως την όχθη, να μετρά με το μάτι τη στάθμη και να θυμάται. Πίσω του, τα βουνά της ορεινής Δωρίδας άπλωναν τις σκιές τους πάνω στη νέα λίμνη· μπροστά του, εκεί που κάποτε απλώνονταν τα χωράφια, οι κερασιές. οι αμυγδαλιές και η αυλή του σπιτιού του, τώρα γυάλιζε το νερό.

Το βλέμμα του πήγαινε πάντα στο ίδιο σημείο — εκεί που ήξερε πως βρισκόταν το κατώφλι του σπιτιού. Ένα-ένα, τα σημάδια της ζωής του χάνονταν κάτω από την επιφάνεια: πρώτα το πηγάδι, ύστερα το μαντρί, και στο τέλος η κεραμιδένια σκεπή που για λίγο ακόμα αντιστεκόταν, πριν τη σκεπάσει ολόκληρη το νερό.

«Να που έγινε κι αυτό», ψιθύρισε. Δεν είχε θυμό πια· μόνο μια σιωπηλή παραδοχή, σαν εκείνη που έρχεται όταν τελειώνει μια εποχή. Το χωριό του, ο τόπος των προγόνων, γινόταν λίμνη για να δώσει ζωή αλλού — στην Αθήνα, που διψούσε. Μια θυσία χωρίς φωνή, μα με ψυχή.

Έσκυψε, έπιασε λίγο χώμα από τη ρίζα του λόφου και το άφησε να πέσει στο νερό. «Για καλό να ’ναι», είπε. Το κύμα άγγιξε τα παπούτσια του, σαν να του απαντούσε. Και τότε κατάλαβε πως, όσο κι αν ανέβαινε η στάθμη, η μνήμη δεν πνίγεται. Μόνο αλλάζει μορφή — όπως το νερό που παίρνει το σχήμα της γης που αγκαλιάζει…