Όταν το φθινόπωρο προχωρεί και οι πρώτες ομίχλες κατεβαίνουν απ’ το βουνό, ο αμπελώνας αλλάζει φορεσιά. Τα φύλλα, κουρασμένα από τον μόχθο του καλοκαιριού, αφήνουν πίσω το πράσινο και φορούν τα πιο γήινα χρώματα της ψυχής τους· χρυσοκίτρινα στα Σαββατιανά και στα Ασύρτικα, ρουμπινί και πορφυρά στα Ξινόμαυρα και στα Αγιωργίτικα. Ο άνεμος περνά ανάμεσά τους και ψιθυρίζει το τέλος μιας εποχής και την υπόσχεση μιας άλλης. Κάθε φύλλο γίνεται μικρό ποίημα, κάθε σειρά του αμπελιού μια στροφή που υμνεί τον κύκλο της ζωής και της γης. Έτσι, πριν γυμνωθούν τα κλήματα, ο τόπος λάμπει — σαν να θέλει να θυμίσει πως ακόμη και στο μαρασμό, η φύση ξέρει να είναι όμορφη!


