Τα πέτρινα χρόνια (από το βιβλίο του Κ Μπερτσιά με τίτλο: θαμμένα όνειρα, ζωντανές αναμνήσεις)
Οι πρωταγωνιστές του διηγήματος: Κωνσταντίνος Δ Μπερτσιάς γεννήθηκε το 1886, Γεώργιος Κ Μπερτσιάς γεννήθηκε το 1934 και Μαρία Κ Μπερτσιά, γεννήθηκε το 1900.

Αρχές Ιουλίου του 1946 και το καλοκαίρι έχει μπει για καλά στην κοιλάδα του Μόρνου. Ο καυτός ήλιος μαζί με τον λίβα, έναν νοτιοδυτικό ξηρό και πολύ θερμό άνεμο μέτριας έντασης που εμφανίζεται συνήθως το μεσημέρι και το απομεσήμερο, κάνουν τη ζωή των ανθρώπων, που εργάζονται αυτή την εποχή στον θερισμό, πραγματική κόλαση.
Ο θερισμός είναι από τις πιο επίπονες δουλειές του καλοκαιριού και ταυτόχρονα εργασία μεγάλης σπουδαιότητας γιατί εξασφάλιζε το ψωμί της χρονιάς. Όλα γίνονται χειρωνακτικά σε συνθήκες απίθανα δύσκολες. Το λιοπύρι με τον λίβα δημιουργούν μιαν ανυπόφορη ατμόσφαιρα και ο ιδρώτας τρέχει από τα πρόσωπα των ανθρώπων χωρίς να τολμούν να σκουπιστούν, γιατί οι κολλημένες στο δέρμα αγάνες από τα στάχυα θα προκαλούσαν πόνο από το γδάρσιμο.
Πραγματικοί ήρωες οι άνθρωποι του κάμπου, δεν το έβαζαν κάτω, παρόλο που ήταν το θερμότερο καλοκαίρι των τελευταίων δεκαετιών, όπως έλεγαν οι παλιότεροι. Εργαζόντουσαν όλοι με απίθανο κέφι, από τα δεκάχρονα παιδιά μέχρι τους υπερήλικες, όλοι σαν μια γροθιά, απόλυτα συντονισμένοι, υπακούοντας τυφλά στις οδηγίες του αρχηγού, που συνήθως ήταν ο γηραιότερος.
Εκείνη τη μέρα, από νωρίς το πρωί, είχαν αρχίσει το θερισμό στα σιτοχώραφα του Μπερτσιοκώστα, που ήταν γνωστός και με το παρατσούκλι Κατσαβός, στη θέση Μαρμαράκι, μια έκταση περίπου δέκα στρεμμάτων με πλούσια σιτεμένα στάχυα που προμήνυαν καλή σοδειά.
Ο θερισμός είναι απαιτητική δουλειά. Χρειάζονται πολλά χέρια, που δεν υπήρχαν σε κάθε οικογένεια. Τη λύση την αναζητούσαν οι γεωργοί στις συνεργασίες – εν τη ενώσει η ισχύς. Έφτιαχναν με τους γείτονες ή με συγγενείς και φίλους που είχαν ισομεγέθη κτήματα μια μεγάλη ομάδα και αναλάμβαναν όλοι μαζί να φέρουν σε πέρας τον θερισμό όλων των κτημάτων της ομάδας πολύ πιο εύκολα απ’ ό,τι θα μπορούσε μόνος του καθένας να πετύχει.
Τον εξηντάχρονο μπάρμπα Κώτσιο, όπως τον φώναζαν οι χωριανοί του, εκτός από τη γυναίκα του Μαρία και τον μικρό του γιο τον Γιώργο, τον βοηθούσαν και τρεις γειτόνοι με τις γυναίκες και τα παιδιά τους. Συνολικά 15 άνθρωποι είχαν πέσει με τα μούτρα στη δουλειά.
Οι άνδρες είχαν στο κεφάλι τους ένα χειρομάντηλο, που κρέμονταν προς τα πίσω προστατεύοντας τον σβέρκο, εκτός από τον Κώτσιο, ο οποίος φορούσε μια τριμμένη τραγιάσκα φερμένη από την Αμερική για να του θυμίζει μάλλον τα χρόνια της ξενιτιάς.
Οι γυναίκες φορούσαν μαντήλια ανοιχτόχρωμα — βαμπακιέλες τα έλεγαν. Ήταν ολόλευκα κεφαλομάντηλα πλυμένα με λουλάκι και, όπως τα χτύπαγε ο ήλιος, αποκτούσαν υπέροχο άσπρο χρώμα και μια ιδιαίτερη γαλαζίζουσα χροιά.
Τα παιδιά φορούσαν πρόχειρα καπελάκια φτιαγμένα από στρατσόχαρτο ή από ψαθί. Όλοι τους ντυμένοι με μακρυμάνικα για να προφυλαχθούν από τα αγκάθια και τα στάχυα. Δίπλα σε ένα ήδη θερισμένο χωράφι είχαν δέσει τα μουλάρια με τα οποία θα μετέφεραν στο αλώνι τα σιτηροδέματα.
Στις δυο μεγάλες συκιές στο νότιο άκρο των χωραφιών είχαν εναποθέσει τα σαμάρια των ζώων, το πρόχειρο φαγητό για το μεσημεριανό, τις βαρέλες και τα πήλινα με το νερό.
Ακριβώς στην άκρη των δέντρων περνούσε ένα από τα τρία αρδευτικά αυλάκια που έφερναν το νερό από το ποτάμι και το διοχέτευαν στα χωράφια σε όλη την έκταση της κοιλάδας.
Σε μια αιώρα – κούνια, που είχε φτιαχτεί πρόχειρα, η Βασίλω είχε κοιμίσει το μωρό της. Συνήθως τα μωρά, σε τέτοιες περιπτώσεις, τα κοίμιζαν σε ένα αντεστραμμένο σαμάρι, αλλά η Βασίλω, φοβούμενη τα φίδια, προτίμησε την ασφάλεια της κούνιας. Εκεί κάθισε και ο πεντάχρονος γιος της για να ειδοποιήσει όταν το μωρό θα ξυπνούσε και θ’ άρχιζε να κλαίει. Του είχε δώσει και μια φλογέρα του παππού για να περνά την ώρα του, αλλά ο μικρός προτιμούσε να παίζει με τα αυτοσχέδια καραβάκια του που έριχνε στο νερό του καναλιού.
Για ένα παρατηρητή που θα έβλεπε από σχετική απόσταση, αυτή η εικόνα ήταν μια ειδυλλιακή σκηνή, ένα χάρμα ιδέσθαι, έλειπε όμως ο καλλιτέχνης για να ζωγραφίσει με τον χρωστήρα του τους θεριστάδες του Μόρνου μιμούμενος τον Van Gogh ο οποίος, πενήντα χρόνια νωρίτερα, στην αγαπημένη του Προβηγκία, είχε ζωγραφίσει αρκετές σκηνές θερισμού.
Ο ήλιος έχει ανεβεί αρκετά και η κούραση ήταν εμφανής, όπως επίσης και η ανάγκη για κρύο νερό. Ο δεκατετράχρονος Γιώργος έτρεχε κάθε τόσο στις συκιές να φέρει το νερό για να ξεδιψάσουν οι θεριστάδες.
«Μαμά, μαμά», ακούγεται η φωνή του μικρού, «το μωρό ξύπνησε και κλαίει.» —«Κούνα λίγο την κούνια, σε λίγο θα έλθω», απαντά η Βασίλω.
«Βασίλω πήγαινε τώρα, το παιδί θα θέλει άλλαγμα και θα πρέπει να το βυζάξεις», ακούγεται η επιτακτική φωνή του μπάρμπα Κώτσιου που συνεχίζει: «Εσύ Γιώργο κάνε μια παλικαριά, πετάξου μέχρι το βάλτο εκεί στο άμπλα που βγάζει το κρύο το νερό και γέμισε τη βαρέλα και την μπαρδάκα, πάρε μαζί σου και τον μικρό της Βασίλως να σε βοηθήσει. Γύρνα γρήγορα γιατί σε κανένα μισάωρο θα έχουν πάρει τα απόσκια της Στόχοβας και θα σταματήσουμε για φαγητό και ξεκούραση».
Η Στόχοβα ήταν βουνό που περιέκλειε την νοτιοανατολική πλευρά της κοιλάδας. Σωστό ηλιακό ρολόι για τους κατοίκους, όταν ο ήλιος έλουζε και τα τελευταία βράχια στην κορφή η ώρα ήταν ακριβώς δώδεκα.
Έφυγε ο Γιώργος, έφυγε κι η Βασίλω, και οι υπόλοιποι συνέχισαν την σκληρή δουλειά με αναπτερωμένο το ηθικό, σε μισή ώρα η διακοπή για φαγητό και κρύο νερό είναι το βάλσαμο που ήθελαν εκείνη τη στιγμή.
Η Ασήμω, θέλοντας να πειράξει τον Νικολό που έδενε τα δέματα του λέει περιπαικτικά: «Καλά, τι δεμάτια είναι αυτά που έχεις δέσει; Ατσούμπαλα σαν και σένα τα έχεις κάνει!»
«Και τι περίμενες κυρά Ασήμω με τα χερόβολα που έχεις κάνει, δεν ξέρεις την παροιμία και συ κακά χερόβολα και εγώ κακά δεμάτια!», απαντά με στόμφο ο Νικολός.
«Αφήστε τα πειράγματα», επεμβαίνει ο Μπάρμπα Κώτσιος, «η δουλειά που έχουμε κάνει είναι τρομερή, έχουμε θερίσει το μισό, ούτε στην Αμερική με την αλωνιστική μηχανή δεν θα είχαν θερίσει τόσο… μπράβο!»
«Τι είναι αυτή η αλωνιστική μηχανή», ρωτάει η Ασήμω.
«Μηχάνημα που το έσερναν άλογα την εποχή που ήμουν εγώ εκεί, τώρα μαθαίνω το σέρνει τρακτέρ και θερίζει μόνο του με κάποια ειδικά μαχαίρια που έχει, δεν θερίζουν με δρεπάνια και με τα χέρια στην Αμερική… και άλλα πολλά κάνουν εκεί, οι άνθρωποι δουλεύουν πιο ξεκούραστα, δεν είναι είλωτες… αλλά εδώ είναι ψωροκώσταινα, Ασήμω!», απαντά ο Κώτσιος αγανακτισμένα.
«Πήραν τα απόσκια! Πάμε να φάμε, να, έρχεται κι ο Γιώργος με το κρύο νερό.»
Με μιας όλοι αφήνουν κάτω τα δρεπάνια και τρέχουν προς τις συκιές. Οι συκιές πρόσφεραν το βαθύ ίσκιο που όλοι είχαν ανάγκη. Όπως μάλιστα ήσαν η μια δίπλα στην άλλη και τα κλαδιά τους αλληλοσυμπλέκονταν, σχημάτιζαν μια πυκνή φυλλωσιά που δεν επέτρεπε ούτε ηλιαχτίδα να περάσει. Έτρεξαν όλοι στο αυλάκι, δροσίστηκαν με το τρεχούμενο νερό και αμέσως οι γυναίκες έστρωσαν κατάχαμα τα καρό τραπεζομάντιλα, απόθεσαν το πρόχειρο φαγητό που είχαν φέρει μαζί τους και κάθισαν οκλαδόν σχηματίζοντας ένα μεγάλο κύκλο.
«Έλα ρε Μαρία, πού ήσουν τόση ώρα; πού χάθηκες;», ρωτάει ο Κώτσιος την γυναίκα του, που μόλις εμφανίστηκε με μια κατσαρόλα στα χέρια και μια ντάνα βαθουλά πιάτα.
«Ε, πετάχτηκα μέχρι το σπίτι και έφτιαξα μια κατσαρόλα κολοκυθοκορφάδες. Κώτσιο, εμείς είμαστε τυχεροί, έχουμε το σπιτικό κοντά στα κτήματά μας, έχουμε πολλές αβάντες». Ακουμπά την κατσαρόλα στο μέσο και αρχίζει να μοιράζει πιάτα και κουτάλια. « Άντε, πάρτε την κουτάλα και βάλτε φαγάκι, τους παροτρύνει η Μαρία». «Ωραίο και νόστιμο φαγητό, εμένα είναι το φαγητό μου», λέει η Ρεβέκκα, η γυναίκα του Μήτσου, που έχει πέντε παιδιά. «Και τι θέλει; Απλά πράγματα, φρέσκες άκρες, κολοκυθιάς ανθούς και πολύ μικρούλια κολοκυθάκια, λίγο γάλα και τυρί, τα ρίχνεις στην κατσαρόλα και σ’ ένα τέταρτο είναι έτοιμο. Πόσες φορές το έχω φτιάξει για τα κουτσούβελα που όλο φωνάζουν “μαμά, μαμά πεινάμε!”».
«Γεια σας πατριώτες, καλή σοδειά ξάδελφε!»
«Καλώς τον Γιώργο, τον δραγάτη του κάμπου μας, τον φύλακα των κόπων μας, έλα κόπιασε, στο φαγητό μας πιάνεις, σε αγαπά η κυρά Κατίνα, η πεθερά σου, ξάδελφε», του απαντά ο Κώτσιος. «Φέρε εκείνο το κούτσουρο, Γιώργο, να καθίσει ο θείος σου». Ο Γιώργος σηκώνεται και το φέρνει αμέσως.
«Από που έρχεσαι Γιώργο;» τον ρωτά ο Νικολός.
«Από την πρωτεύουσα, είχα πάει στο ειρηνοδικείο, στο Λιδωρίκι, ήταν η δίκη για την ζημιά του Γρανίτσα και του γραμματέα, ευτυχώς συμβιβάστηκαν πριν ξεκινήσει η δίκη».
«Τι νέα από τη πρωτεύουσα, αγροφύλακα;»
«Άσχημα τα νέα πατριώτες, πρέπει να προσέχουμε. Προχθές το βράδυ αντάρτες κατέβηκαν απ’ την Γκιώνα και χτύπησαν ένα φυλάκιο στο Λιδωρίκι, έριξαν μερικές μπαταριές και αποχώρησαν. Ο μοίραρχος υποψιάζεται ότι δοκιμάζουν τις αντοχές των χωροφυλάκων κι ότι σύντομα θα γίνει προσπάθεια να το καταλάβουν. Στο στρατιωτικό φυλάκιο, στο Στενό, ο λοχίας, που είναι γνωστός μου, με συμβούλεψε να προσέχουμε. Τα βράδια οι άνδρες δεν πρέπει να κοιμόμαστε στα σπίτια μας κι όσοι έχουμε μεγάλα παιδιά να τα διώξουμε από δω, αν μπορούμε να τα στείλουμε σε κάποια μεγάλη πόλη. Ο αγροφύλακας από το Κροκύλειο μου είπε ότι Μάυδες σκότωσαν πριν μια βδομάδα δυο αντάρτες κοντά στο Κομιντάρι. Τα πράγματα δεν πάνε καλά, ο Θεός να βάλει το χέρι του», αποτέλειωσε την κουβέντα του ο αγροφύλακας.
«Αμήν Παναγία μου», συμπλήρωσε η κυρά Μαρία.
«Εμείς είμαστε φιλήσυχοι άνθρωποι, δεν έχουμε πειράξει κανένα, γιατί να ανησυχούμε;», παρενέβη ο μπάρμπα Κώτσιος. «Θυμάμαι πριν τέσσερα χρόνια, περίπου τέτοια εποχή, όταν πέρασε από εδώ ο Άρης ο Βελουχιώτης μαζί με τα παλληκάρια του, όταν πηγαίνανε προς Ευπάλιο κυνηγώντας τον Ψαρρό. Ήρθε, να σε κείνη την καλύβα που βλέπετε πίσω μας λίγο πριν το σπίτι μας, και μου ζήτησε φαγητό. Του πρόσφερα γάλα, τυρί και ψωμί, που είχα πρόχειρα. Ήταν μαζί του κι ένας αντάρτης, και κάποια στιγμή γυρνά και μου λέει: “Γέρο, είσαι καλός άνθρωπος, όπως μου έχουν πει, παρόλο που έχεις παιδί χωροφύλακα. Έχω δώσει εντολή να μην σε πειράξει κανείς”. Όμως σήμερα δεν υπάρχει ούτε ο Ψαρρός ούτε ο Άρης. Ελπίζω κάποιοι να θυμούνται ακόμη την εντολή του Άρη».
«Ξάδελφε πρόσεχε, όλοι πρέπει να προσέχουμε, ο εμφύλιος είναι ο χειρότερος πόλεμος. Εγώ θα φύγω τώρα, πρέπει να ρίξω μια ματιά στο κάμπο πριν ανέβω στο χωριό. Καλή δύναμη σας εύχομαι και καλή σοδειά!»
Ξανάπιασαν τα δρεπάνια, αλλά το κέφι είχε χαθεί, τα νέα του αγροφύλακα έριξαν το ηθικό τους, μάταια ο μπάρμπα Κώτσιος προσπαθούσε να τους ενθαρρύνει. Στραβά κουτσά θέρισαν και το υπόλοιπο χωράφι λίγο πριν ο ήλιος δύσει πάνω από τον Αΐλιά.
«Ας σταματήσουμε για σήμερα, δεν προλαβαίνουμε να μεταφέρουμε τα δέματα στο αλώνι, είμαστε και πολύ κουρασμένοι, θα το κάνουμε αύριο πρωί πρωί με την δροσιά. Ας τα μαζεύουμε τώρα και να γυρίσουμε νωρίς στα σπίτια μας να ξεκουραστούμε», ήταν τα τελευταία λόγια του μπάρμπα Κώτσιου.
Η καλοκαιριάτικη λαμπρή πανσέληνος έλουζε την κοιλάδα κι έδινε απόκοσμες όψεις στους μικρούς λοφίσκους και στα πανύψηλα αιωνόβια δέντρα, που ήταν διάσπαρτα σε διάφορα σημεία του κάμπου. Ο Κώτσιος είχε βγάλει για βοσκή το κοπάδι του στις Παλιογκορτσιές, ένα μικρό βουναλάκι στα βόρεια του σπιτιού του. Είχε ανεβεί στην άκρη της ράχης και από κει είχε οπτική επαφή με όλο σχεδόν τον κάμπο. Έβλεπε από την Αγία Μονή και την Αβορόραχη μέχρι τα Χάνια του Γκέκα, το Κάστρο του Βελούχοβου και τη Στόχοβα. Μια πανοραμική εικόνα που την απολάμβανε τυλιγμένος με την κάπα του και ακουμπισμένος στη μεγάλη πέτρα ακριβώς στο άκρο του λόφου.
Συνήθιζε ο Κώτσιος τους καλοκαιρινούς μήνες να βόσκει το κοπάδι του νύχτα, η ζέστη της ημέρας εμπόδιζε τα ζωντανά, που ήταν κυρίως πρόβατα, να βοσκήσουν. Μαζεύονταν όλα μαζί και γίνονταν ένα κουβάρι με τα κεφάλια κάτω και δεν έκαναν ούτε βήμα. Του άρεσε η νυκτοβοσκή γιατί κι ο ίδιος απολάμβανε της νύχτας τις ομορφιές. «Άλλο πράγμα η νύχτα», έλεγε. Όταν μάλιστα ήταν ξαστεριά, η ενατένιση του απέραντου ουρανού τον γαλήνευε και αναπολούσε όσα είχε ζήσει, τα χρόνια της ξενιτιάς, τα χρόνια του πολέμου, τις δυο κόρες του και την πρώτη του γυναίκα που είχε χάσει. Η πρόσφατη απώλεια της εικοσιτετράχρονης Βασιλικής, που ήταν και αρραβωνιασμένη, τον είχε τσακίσει ψυχολογικά και αναζητούσε αυτές τις νύχτες για να πάρει δύναμη και να μπορέσει να συνεχίσει. Πολλές φορές μιλούσε με τον εαυτό του φωναχτά και κάποιες στιγμές άρχιζε το τραγούδι. Μάλιστα, είχε αρχίσει να κυκλοφορεί η φήμη πως του μπάρμπα Κώτσιου είχε αρχίσει να του σαλέβει.
Εκείνο το βράδυ, παρ’ όλη την κούραση της μέρας, δεν μπορούσε να κλείσει μάτι. Τα νέα του αγροφύλακα τον είχαν προβληματίσει. «Ευτυχώς», μονολογούσε, «που έφυγε πριν ένα χρόνο για την Αθήνα ο Θεμιστοκλής» —“Μούστο”, τον έλεγε χαϊδευτικά —«και πριν μερικές βδομάδες κι ο Σπύρος μου. Σε καλά χέρια βρίσκονται, ας είναι καλά ο μεγάλος μου ο γιος, ο Μήτσος, αξιωματικός της χωροφυλακής, θα τους βρει καμιά δουλειά, κάπου θα τα βολέψει γιατί, αν έμεναν εδώ, θα κατέληγαν στο βουνό. Ο Γιώργος είναι μικρός ακόμη, δεν νομίζω ότι κινδυνεύει, τι να το κάνουν το δεκατετράχρονο; Όσο για μένα, δεν έχω πειράξει κανένα, γιατί να με ενοχλήσουν;», συνέχισε να μονολογεί παίρνοντας δύναμη και κουράγιο.
Άρχισε να αισθάνεται καλύτερα και δεν άργησε να τον πάρει ο ύπνος, ένας ύπνος ελαφρύς, που κρατούσε τις βασικές αισθήσεις σε επαγρύπνηση, αλλά το νου και το σώμα σε χαλαρωτική αδράνεια.
Στα τέσσερα χρόνια του πολέμου έμαθε να κοιμάται έτσι. Βέβαια, με το κοπάδι του στις βραδινές εξόδους μπορούσε να κοιμάται και να ακούει τον ήχο των κουδουνιών και να καταλαβαίνει πότε αυτό απομακρυνόταν και αμέσως ξυπνούσε και φώναζε τα σκυλιά να το φέρουν στην επιθυμητή κατεύθυνση.
Μες στη σιγανιά της νύχτας, ο ήχος από πυροβόλο όπλο, που ακούστηκε από την πλευρά της Αΐμονής, και η αντήχηση από την πλευρά της Στόχοβας τον ξύπνησαν. Έντρομος, άρχισε να κοιτάζει και να αφουγκράζεται προσεχτικά. Αλυχτίσματα σκυλιών ακούγονται καθαρά την ίδια ώρα που το δυτικό αεράκι έφερνε κάποιες διακεκομμένες, υπόκωφες κραυγές που έμοιαζαν ανθρώπινες. Προσπαθεί να ακούσει καλύτερα αλλά εκτός από τα σκυλιά δεν μπορεί να ξεκαθαρίσει κάτι άλλο. Σε λίγο ακούει το λάλημα των πετεινών από το δικό του κοτέτσι και αμέσως μετά αρχίζουν να λαλούν τα κοκόρια των γειτόνων του, του Γιώργου του Καραγιάννη, του Μήτσου του Ανέστου, και αμέσως μετά του Τσουπροκώστα και των Ανασταίων, στην απέναντι πλευρά του Κερασορέματος. Προγραμματισμένα όλα να λαλούν ακριβώς τα μεσάνυχτα, τι μυστήριο και αυτό!
Τώρα ακούγονται έντονα γαβγίσματα σκύλων, φαίνεται να έρχονται από τις καλύβες και τα σπίτια που βρίσκονται μπροστά του και δυτικά. Προσπαθεί να ξεκαθαρίσει καλύτερα και σε λίγο διακρίνει ένα τσούρμο ανθρώπους στη δημοσιά, στον καρόδρομο Λιδωρικίου – Ναυπάκτου που διέσχιζε το κάμπο, όσο πλησιάζουν ακούει πιο καθαρά τις φωνές τους. Από αυτά που μπορεί να ακούσει συνειδητοποιεί ότι καμιά δεκαριά αντάρτες έχουν πιάσει κάποιους χωριανούς του, τους έχουν δέσει και τους σέρνουν μαζί τους.
Έχουν πλησιάσει στα σπίτια που είναι αριστερά και δεξιά, στο τελείωμα του ρέματος, λίγο πριν καταλήξει στο ποτάμι. Το ρέμα ξεκινά λίγο πιο ψηλά στα ανατολικά του χωριού και είναι στο μέσο δυο μακρόστενων λοφίσκων που οι απολήξεις του ομαλοποιούνταν αρμονικά στη κοιλάδα. Εκεί, στην μια πλευρά, είχε κτίσει ο Τσουπροκώστας το σπίτι του με όλα τα αγροκτηνοτροφικά υποστατικά του και στην άλλη πλευρά, λίγο πιο ψηλά, ο Γιώργος ο Αγροφύλακας, πιο γνωστός ως Κασιμέρης και σε ένα πλάτωμα πιο πάνω ο αδελφός του ο Χρήστος, γνωστός ως Τσάκης, είχαν τα δικά τους αγροτόσπιτα.
Τα σκυλιά χαλούσαν το κόσμο με τα άγρια γαβγίσματά τους, που μαζί με τις δυνατές φωνές και κάποιες κραυγές, δημιουργούσαν ένα πανδαιμόνιο. Ο αντίλαλός τους σκορπούσε φόβο και αγωνία σε όλη την κοιλάδα.
Έχουν πλησιάσει αρκετά και μια άγρια φωνή φτάνει στ’ αυτιά του, είναι πολύ καθαρή και ακούει κάποιον να φωνάζει:
«Που είναι τα παιδιά και ο άντρας σου; Πες μας γρήγορα. Μίλα γιατί θα σε σκοτώσουμε».
Ακούγεται η τρεμάμενη φωνή της κυρά Λένης, της γυναίκας του Τσουπροκώστα:
«Στα πρόβατα, έχουν πάει να βοσκήσουν τα ζωντανά. Όλη μέρα με τον θερισμό δεν είχαν χρόνο για τα ζώα καπετάνιο, είμαστε καλοί άνθρωποι, μη μας πειράζετε», ακούγεται παρακλητικά η κυρά Λένη.
Ο μπάρμπα Κώτσιος ακούγοντας αυτά παγώνει. «Το παιδί», μονολογεί, «θα πάρουν τον Γιώργο, πρέπει να προλάβω.» Τρέχοντας παίρνει κατεύθυνση για το σπίτι του, «πρέπει να προλάβω», ξαναλέει με την ψυχή στο στόμα. Φτάνει στο σπίτι και φωνάζει: «Μαρία, Γιώργο, ξυπνήστε!»
Έντρομοι πετάγονται από το κρεβάτι και, πριν προλάβουν να μιλήσουν, αρπάζει τον Γιώργο από το μπράτσο και λέει στην γυναίκα του. «Τώρα που θα ’ρθουν οι αντάρτες, πες τους πως ο Γιώργος είναι στα πρόβατα μαζί μου, κατάλαβες; Έχουν πάρει απόψε παγανιά όλα τα σπίτια και μαζεύουν κόσμο», και τράβηξε με τον Γιώργο προς τα καλαμποχώραφα τα πρώιμα, που ήταν αυτή την εποχή ψηλά και μπορούσαν να κρυφτούν.
Δεν είχαν προλάβει να απομακρυνθούν πολύ όταν, στο μικρό μονοπάτι που οδηγούσε στο σπίτι από την δημοσιά, ακούστηκε οχλοβοή και σε λίγο φωνές στο αλώνι του σπιτιού.
«Βγέστε έξω! Ποιος είν’ εδώ;»
«Εγώ είμαι, η Μαρία, η γυναίκα του μπάρμπα Κώτσιου, καπετάνιο. Τι θέλετε;»
«Τον άντρα σου και τα παιδιά σου».
«Ο άντρας μου με το μικρό είναι στα πρόβατα, πάνω στο βουνό, τα άλλα παιδιά είναι από χρόνια στην Αθήνα».
«Και τα όπλα πού τα έχει ο άντρας σου;»
«Δεν έχουμε όπλα εμείς καπετάνιο, ποιος σας είπε τέτοιο πράγμα, εμείς είμαστε ήσυχοι άνθρωποι».
«Θα έρθεις μαζί μας. Δέστε την».
Άρχισε να κλαίει και να παρακαλεί η κυρά Μαρία όταν ξαφνικά ακούγεται μια φωνή από την δημοσιά.
«Αφήστε την, είναι καλοί άνθρωποι, φύγετε από εκεί».
Ανακούφιση στον μπάρμπα Κώτσιο και στο γιο του, που με αγωνία άκουγαν όλη αυτή την ώρα.
«Τυχερή είσαι κυρά μου, άντε γεια σου τώρα και να πεις στον άντρα σου να βοηθάει τους αντάρτες. Για σας, για το λαό πολεμάνε οι αντάρτες», ήταν τα τελευταία του λόγια πριν πάρουν το μονοπάτι που οδηγούσε σε διπλανά αγροκτήματα.
Επιφυλακτικός, ο μπάρμπα Κώτσιος δεν γύρισε αμέσως στο σπίτι. «Μπορεί να είναι και μπλόφα, Γιώργο, πάμε καλύτερα πάνω στα πρόβατα και το πρωινό βλέπουμε τι θα κάνουμε.»
Σε λίγο είχαν φτάσει στα πρόβατα. Καθίσανε στην άκρη του βράχου, από εκεί που έβλεπαν όλο τον κάμπο. Η κουστωδία απομακρυνόταν προς το Χάνι του Γκέκα και όλο και λιγότερο ακούγονταν οι φωνές και τα γαβγίσματα.
Ξαφνικά ακουστήκαν πυροβολισμοί από την πλευρά του Κάστρου, όπου ήταν το φυλάκιο του Στρατού. Οι φωτοβολίδες έσκαγαν πάνω από τον κάμπο κι έκαναν την νύχτα μέρα. Φωτίστηκε όλη η κοιλάδα. Έπεσαν και κάποιες ριπές οπλοπολυβόλου προς την πλευρά της γέφυρας του Κόκκινου, εκεί που κρύφτηκαν οι αντάρτες μαζί με τους αιχμάλωτους. Ο μικρός Γιώργος ήταν σαστισμένος, πρώτη φορά αντίκριζε τέτοιο θέαμα και ρώτησε τον πατέρα του τι ήταν αυτό.
Ο μπάρμπα Κώτσιος άρχισε του εξηγεί. «Να, ο στρατός έριξε τις φωτοβολίδες για να φοβίσει τους αντάρτες, κάποιος θα πήγε και τους ενημέρωσε για τα αποψινά και αντί να έλθουν να βοηθήσουν ρίχνουν στο γάμο του καραγκιόζη. Σχεδόν δυο χρόνια είναι στο φυλάκιο κι έξω δεν έχουν βγει μια φορά. Δεν καταλαβαίνω τι συμβαίνει… να μαζέψουμε και ν’ αλωνίσουμε το σιτάρι και να φύγουμε, να πάρουμε ό,τι μπορούμε και να πάμε στην παραλία, στο κάμπο του Ευπάλιου κοντά στη Ναύπακτο, που έχει περισσότερη ασφάλεια».
Ο Γιώργος, παρόλο που ήταν μικρός, είχε γαλουχηθεί στα δύσκολα, είχε γεννηθεί το 1934 και θυμόταν πολύ καλά και την κατοχή με τους Ιταλούς και την ακόμη πιο δύσκολη με τους Γερμανούς. Αυτό όμως που συνέβαινε τώρα δεν μπορούσε το νεανικό του μυαλό να το συλλάβει. «Μα όλοι είναι δικοί μας», αναρωτιόταν, «δεν υπάρχουν τώρα Γερμανοί, Ιταλοί και Τούρκοι, αυτοί είναι εχθροί μας. Τώρα ποιοι είναι οι εχθροί μας;»
«Γιατί ρε πατέρα έχουμε πόλεμο ακόμα;» ρώτησε κάπως αμήχανα.
«Δεν ξέρω παιδί μου. Δεν μπορώ ούτ’ εγώ να καταλάβω και, ξέρεις, το κακό που γίνεται τώρα ούτε με τους Γερμανούς δεν το είχαμε δει. Μεγάλο κακό να σκοτώνει ο αδελφός τον αδελφό, είμαστε όλοι Έλληνες, είμαστε όλοι αδέλφια και σκοτωνόμαστε μεταξύ μας».
«Κάτι άλλο ρε πατέρα, κατάλαβες ποιος ήταν αυτός που είπε να μην πειράξουν την μάνα και να φύγουν από το σπίτι μας;»
«Όχι, το σκέφτομαι συνέχεια, αλλά δεν μπορώ να δώσω κάποια εξήγηση. Η φωνή πάντως κάτι μου θύμιζε, αλλά τι ακριβώς δεν μπορώ να το προσδιορίσω. Όποιος και να ’ναι, ας τον έχει καλά ο θεός…»
«Πάμε Γιώργο προς τα κάτω, σε λίγο αρχίζει να χαράζει. Πάμε να δούμε και την μάνα σου, θα την έχει φάει η αγωνία». Ο Γιώργος έτρεξε προς το κοπάδι. Τον ακολούθησαν τα σκυλιά και πήραν πορεία επιστροφής. Άρχισαν σιγά σιγά να οδεύουν προς το σπιτικό τους.
Το φθινόπωρο του 1947 οι κάτοικοι όλων των χωριών βόρεια του Μόρνου έπρεπε υποχρεωτικά να τα εγκαταλείψουν και να μετακομίσουν νοτιότερα, πέραν της νότιας όχθης. Η κυβέρνηση, με αυτό το μέτρο, ήθελε να στερήσει στις αντάρτικες δυνάμεις τις πηγές εφοδιασμού σε τρόφιμα και να αποτρέψει την ενίσχυσή τους με ανθρώπινο δυναμικό, μιας και αδυνατούσε να ελέγξει και να προσφέρει προστασία στους κατοίκους, που δεν συμφωνούσαν με τον ένοπλο αγώνα των ανταρτών.
Ο μπάρμπα Κώτσιος αποφάσισε να μετακομίσει στα ανατολικά των εκβολών του Μόρνου, κοντά στην Ναύπακτο, όπου ζούσαν κάποιοι συγγενείς της γυναίκας του κι όπου θα έβρισκε ένα χέρι βοήθειας.
Μια πρόχειρη καλύβα, που του έδωσαν οι συγγενείς, φιλοξένησε το μεταφερόμενο νοικοκυριό και τα περίπου εκατόν είκοσι πρόβατα και τα τρία μουλάρια. Ο χειμώνας ήταν πολύ δύσκολος, οι καιρικές συνθήκες δεν βοήθησαν καθόλου τους ντόπιους μετανάστες, το χιόνι δίπλα στη θάλασσα ξεπέρασε τους 40 πόντους κάνοντας πιο δύσκολη τη ζωή και στα ζωντανά, που δεν μπορούσαν να βρουν τροφή. Πολλά πρόβατα ψόφησαν καθώς και το ένα μουλάρι. Παρ’ όλα αυτά, ο Γιώργος, η κυρά Μαρία κι ο μπάρμπα Κώτσιος, έδωσαν την μάχη τους και βγήκαν ζωντανοί.
Μόλις ήρθε η άνοιξη, πήραν την απόφαση ότι θα ήταν καλύτερο να ξαναγυρίσουν στο χωριό, στον αγαπημένο τους κάμπο, παρόλο που ίσχυε ακόμη η απαγόρευση. Θα ξεπερνούσαν την κυβερνητική απαγόρευση με το εξής τέχνασμα: θα έμεναν το βράδυ στην νότια πλευρά του ποταμού, όπου θα έστηναν και το σπιτικό τους, και την ημέρα θα διάβαιναν το ποτάμι και θα πήγαιναν στα κτήματά τους στην βόρεια πλευρά για να μπορούν να τα καλλιεργούν. Το εγχείρημα ήταν δύσκολο, γιατί το ποτάμι αυτή την εποχή έχει πολύ νερό και η διάβασή του είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη. Το παράδειγμά τους ακολούθησαν και κάποιοι άλλοι συγχωριανοί τους κι έτσι στήθηκε ένας πρόχειρος οικισμός στην νότια κοίτη του ποταμού. Μάλιστα, κατάφεραν όλοι μαζί να κατασκευάσουν μια αυτοσχέδια ξύλινη γέφυρα που τους διευκόλυνε στο καθημερινό πέρασμα του ποταμού.
Όλα κυλούσαν ομαλά, τα νέα που με δυσκολία έφταναν έδιναν αισιοδοξία ότι σε λίγους μήνες το κακό θα τελείωνε. Ακουγόταν ότι η κυβέρνηση είχε δώσει ρητές εντολές στον Παπάγο, που τον είχε ορίσει αρχιστράτηγο, να τελειώνει με το “αντάρτικο”, όπως το αποκαλούσε. Οι Αμερικανοί, που είχαν αντικαταστήσει του Εγγλέζους, παρείχαν άπλετη βοήθεια στον εθνικό στρατό. Είμαστε στα μέσα του Απρίλη και η άνοιξη είχε μπει για τα καλά στη κοιλάδα. Είχαν αρχίσει οι εργασίες για τις σπορές και κάθε μέρα ο κάμπος έσφυζε από ζωή, όπως παλιά. Κάποιοι μάλιστα είχαν ξεθαρρέψει και έμεναν αρκετά βράδια στα αγροκτήματά τους .
Το βράδυ της Πέμπτης μετά το Πάσχα ήταν υπέροχο, το φεγγάρι είχε από νωρίς υψωθεί και σχεδόν ολόγεμο έλουζε με το φως του και τις δυο πλευρές του ποταμιού, και την αριστερή και την δεξιά, χωρίς διάκριση. Στο πρόχειρο κατάλυμα του μπάρμπα Κώτσιου, στη νοτιοδυτική άκρη της Στόχοβας, δίπλα στο ρέμα του Σεβεδίκου, που ξεκίναγε από το χωριό Σεβεδίκο κοντά στα υψώματα του Πύρνου και κατέληγε και αυτό στον Μόρνο, βασίλευε ησυχία. Νωρίς το απόγευμα είχαν διαβεί την πρόχειρη γέφυρα, αφού είχαν τελειώσει με το σπάρσιμο ενός μικρού αγροκτήματος που ήταν πολύ κοντά στη διάβαση. Τα μουλάρια περνούσαν κολυμπώντας το ποτάμι. Τα οδηγούσαν με το καπίστρι από τη γέφυρα ο Γιώργος και η μητέρα του. Δύσκολη προσπάθεια, αλλά ο Γιώργος είχε βρει την τέχνη και τα κατάφερνε σχεδόν εύκολα. Ο μπάρμπα Κώτσιος, που είχε έρθει κι αυτός, άρμεξε σχετικά νωρίς τα πρόβατα και έκλεισε τις πόρτες του μικρού στάβλου που είχε φτιάξει ακριβώς δίπλα στη καλύβα που τους φιλοξενούσε.
Πρέπει να πλησίαζαν μεσάνυχτα όταν τα σκυλιά άρχισαν να γαβγίζουν δαιμονισμένα. Πετάχτηκαν και οι τρεις έξω από την καλύβα κι έπεσαν πάνω σε πέντε οπλισμένους γενειοφόρους άντρες που τους είπαν ότι θα πάρουν τα πρόβατα και τα μουλάρια γιατί ο δημοκρατικός στρατός, που παλεύει ενάντια στο φασισμό και υπερασπίζεται τα λαϊκά συμφέροντα, τα χρειάζεται στον δύσκολο αγώνα του ενάντια στα βασιλοφασιστικά στρατεύματα. Κάτι πήγε να πει η κυρά Μαρία, αλλά ένας που φαινόταν να ’ναι ο αρχηγός την διέκοψε απότομα:
«Φέρτε τα μουλάρια και θα έρθει μαζί μας κι ο Γιώργος να μας βοηθήσει». Και συνεχίζει διατάζοντας: «Πιάσε το παιδί Επαμεινώνδα και πρόσεξε μη σου φύγει. Οι υπόλοιποι βγάλτε τα πρόβατα απ’ το μαντρί. Εσύ γέρο τι κάθεσαι;» Διατάζει τον μπάρμπα Κώτσιο να σαμαρώσει τα ζώα. «Κι εσύ σταματά να φωνάζεις», λέει στη κυρά Μαρία, «ο γιος σου θα επιστρέψει γρήγορα.»
Η κυρά Μαρία συνέχιζε να φωνάζει, να κλαίει, να παρακαλεί. «Καπετάνιο, μη μου παίρνεις το παιδί, είναι μικρό, σε παρακαλώ», κι αγκαλιάζει τον Γιώργο. Ο Επαμεινώνδας την σπρώχνει: «Kάτσε καλά κυρά μου μην σου κόψω το κεφάλι, δεν άκουσες τι είπε ο καπετάνιος; Το παιδί θα γυρίσει». Σπρώχνει το παιδί και το προστάζει: «Προχώρα προς την γέφυρα, το δρόμο τον ξέρεις».
Οι υπόλοιποι μαζεύουν τα ζώα και τα κατευθύνουν προς το ποταμό με σκοπό να περάσουν γρήγορα στην απέναντι πλευρά του Μόρνου και να πάρουν τον δρόμο προς τα βόρεια, στα βουνά των Βαρδουσίων τα οποία ελέγχουν.
Φεύγοντας, ο επικεφαλής λέει με στόμφο: «Γέρο, να ξέρεις, μόλις κερδίσουμε τον αγώνα κι η Ελλάδα θα έχει λαϊκή κυβέρνηση, όλα όσα μας έδωσες απόψε θα σ’ τα αποζημιώσουμε. Η πατρίδα δεν θα σε ξεχάσει…»
«Μα δεν σας τα έδωσα, μου τα πήρατε, και το χειρότερο, πήρατε μαζί σας χωρίς την θέλησή του και τον μικρό, τον Γιώργο», τόλμησε να αντιμιλήσει ο μπάρμπα Κώστας.
«Βγάλε το σκασμό, γέρο, πριν είναι αργά!», ήταν τα τελευταία λόγια του αντάρτη προτού εξαφανιστεί πίσω από μια συστάδα δένδρων.
«Μείναμε μόνοι μας γυναίκα, χάσαμε το παλικάρι μας, χάσαμε κι όλο το βιος μας. Τώρα τι κάνουμε, κυρά Μαρία;»
Με λυγμούς η γυναίκα του απαντά: «Φταίμε κι εμείς, γιατί γυρίσαμε απ’ τη Ναύπακτο; Εκεί δεν κινδυνεύαμε. Βιαστήκαμε γέροντα, μας έφαγε η νοσταλγία για τον τόπο μας και τα παλιοχώραφα. Δεν πας να ζητήσεις βοήθεια από το στρατιωτικό φυλάκιο στο Κάστρo;»
«Τι να κάνουν κι αυτοί! Όμως θα πάω, αν και δεν ελπίζω πολλά».
Σε περίπου είκοσι λεπτά ο φρουρός τον διατάζει να σταματήσει και τον ρωτά τι θέλει. Ζητά τον επικεφαλής και αναφέρει τα καθέκαστα.
Ο αξιωματικός του λέει πως οι διαταγές που έχει δεν του επιτρέπουν να στείλει στρατιώτες εκτός του φυλακίου. «Αλλά για σένα μπορώ να κάνω κάτι. Θα ρίξω μερικές φωτοβολίδες να φωτιστεί ο τόπος και κάποιες βολές με το οπλοπολυβόλο, μπορεί να φοβηθούν και να φύγουν και να αφήσουν και τα ζώα.»
«Το παιδί μου θα το αφήσουν;»
«Τι να σου πω μπάρμπα Κώτσιο, δυστυχώς οι διαταγές αυτές είναι…».
Απογοητευμένος πήρε το δρόμο της επιστροφής και άρχισε να τραγουδά, είχε καιρό να τραγουδήσει…
Ο Γιώργος προχωρούσε γοργά και σκεφτόταν πώς θα το σκάσει. Ήξερε πολύ καλά τα κατατόπια και θυμήθηκε ότι λίγο πριν τη γέφυρα υπήρχε μια ανηφοριά και αμέσως μετά μια απότομη κατηφοριά, ενώ στη δεξιά πλευρά του μονοπατιού απλωνόταν πυκνή βλάστηση. Σ’ εκείνο το μέρος σχεδίαζε να το σκάσει. Ο Επαμεινώνδας, ευτυχώς για τον Γιώργο, δεν μπορούσε να βαδίσει γρήγορα και κάθε τόσο του φώναζε: «Μην τρέχεις! Περπάτα πιο σιγά!», και τον απειλούσε με το όπλο. Ο Γιώργος υπάκουε και βράδυνε τον βηματισμό του.
Όταν έφθασε στο επίμαχο σημείο κάνει ξαφνικά μια βουτιά στην πυκνή βλάστηση και εξαφανίζεται. Ο Επαμεινώνδας άρχισε να βρίζει και να απειλεί αλλά εις μάτην, ο μικρός είχε φτάσει στο βάθος του ρέματος όπου ανέβηκε ψηλά σε ένα πυκνόφυλλο πλάτανο. Εκεί κούρνιασε για αρκετή ώρα και από κει είδε το κοπάδι με τα μουλάρια του να τα σέρνουν οι αντάρτες προς το ποτάμι για να τα περάσουν απέναντι. Δάκρυσε όταν σκέφτηκε τις δυσκολίες που είχαν τραβήξει τον χειμώνα στον κάμπο της Ναυπάκτου για να διατηρήσουν στη ζωή όλα αυτά τα ζωντανά. «Κουραστήκαμε τόσους μήνες, δουλέψαμε σκληρά», σκεφτόταν «και τώρα ήρθαν αυτοί οι κερατάδες, που δεν είναι Γερμανοί, δεν είναι εχθροί σου, είναι κι αυτοί Έλληνες και σου παίρνουν το βιος σου», και τα δάκρυα έτρεχαν ποτάμι.
Αφού βεβαιώθηκε ότι πέρασε ο κίνδυνος κατέβηκε από το δέντρο και, ακολουθώντας ένα άλλο μονοπάτι που το θεωρούσε πιο ασφαλές, άρχισε να βαδίζει προς την καλύβα τους.
Έφτασε στην καλύβα ακριβώς την ώρα που εμφανίστηκε και ο πατέρας του.
«Παιδί μου σε αφήσανε; Φοβήθηκαν τις φωτοβολίδες;»
«Όχι, πατέρα, το έσκασα πολύ πιο πριν απ’ αυτόν τον Επαμεινώνδα, ευτυχώς ήταν λίγο βλάκας και τον ξεγέλασα…». ��
