Έφτασα στο Μιλάνο νωρίς το πρωί, με τον ουρανό ακόμα θολό απ’ την υγρασία. Η πόλη ξυπνούσε βιαστικά — τα παλιά τραμ έτριζαν στις ράγες, οι άνθρωποι περπατούσαν με ρυθμό, σαν να μην είχαν χρόνο ούτε για σκέψη. Στάθηκα μπροστά στον καθεδρικό, εκεί όπου η πέτρα γίνεται σύννεφο· το Duomo έλαμπε ασημένιο, σαν να τον χάιδευε το φως του Θεού και της βιομηχανίας μαζί. Το άγαλμα της Παναγίας μεσουρανούσε και σκόρπιζε την ευλογία της απλόχερα σε ολόκληρη τη πόλη.
Περπάτησα στη Galleria Vittorio Emanuele· μυρωδιές από καφέ, δέρμα και άρωμα γέμιζαν τον αέρα. Ένας βιολιστής έπαιζε ένα κομμάτι του Βιβάλντι, και για μια στιγμή ένιωσα πως ο χρόνος σταμάτησε να μετρά. Στο παράθυρο ενός πολυκαταστήματος, ένα σακάκι κοίταζε τον κόσμο με ύφος επιτυχίας. Εγώ, με το ταπεινό μπουφανάκι μου κι ένα ηλεκτρονικό σημειωματάριο στην τσέπη, ένιωθα απλός παρατηρητής και μάλλον παράταιρος .
Το μεσημέρι έφαγα ριζότο με σαφράν σ’ ένα μικρό εστιατόριο κοντά στη Brera. Ένας ηλικιωμένος Ιταλός με ρώτησε από πού είμαι, κι όταν του απάντησα “Grecia”, χαμογέλασε και ύψωσε το ποτήρι του — “alla bellezza antica”, είπε.
Το απόγευμα περπάτησα ως το Castello Sforzesco. Στον κήπο, ένα ζευγάρι νεαρών ζωγράφιζε, ένας σκύλος κυνηγούσε περιστέρια, κι εγώ σκεφτόμουν πως κάθε πόλη έχει το δικό της ρυθμό αναπνοής· το Μιλάνο ανασαίνει με βήμα γρήγορο, αλλά καρδιά ήσυχη.
Όταν άρχισε να πέφτει ο ήλιος, κάθισα ξανά στην Piazza del Duomo. Οι σκιές μακρές, τα φώτα απαλά, και τα παλιά τραμ συνέχιζαν το αέναο πέρασμα τους. Μια μέρα μονάχα — κι όμως, αρκετή για να καταλάβω πως το Μιλάνο δεν σε περιμένει· απλώς σε αφήνει να περάσεις, να το θυμάσαι σαν μια καλοραμμένη ραφή στο ύφασμα του ταξιδιού σου.



