Στην άκρη της Λομβαρδίας, το Μπεργκαμό μοιάζει με πόλη που ζει σε δύο χρόνους. Η Άνω Πόλη, κλεισμένη μέσα στα ενετικά της τείχη, σε υποδέχεται με καλντερίμια που τρίζουν κάτω από τα βήματα, με πλατείες που θυμίζουν σκηνές θεάτρου και με το καμπαναριό που χτυπά σαν καρδιά αιώνων. Στην Piazza Vecchia ένιωσα να πίνω καφέ παρέα με την Ιστορία: τουρίστες, ντόπιοι, περαστικοί, όλοι μοιράζονταν τον ίδιο χώρο σαν κομπάρσοι σε ένα αόρατο δράμα που παίζεται ξανά και ξανά.
Το βράδυ, ένα πιάτο casoncelli alla bergamasca — ζυμαρικά γεμιστά με κρέας και μυρωδικά, βουτυρωμένα με φασκόμηλο — με έφερε πιο κοντά στην ψυχή της Λομβαρδίας. Η γεύση του ήταν σαν να έκλεινε μέσα της την αλπική δροσιά και τη γη του κάμπου.
Κατεβαίνοντας στην Κάτω Πόλη, τα φώτα έπεφταν στα νεοκλασικά κτίρια και στις στοές, καθρεφτίζοντας το παλιό και το καινούργιο σε μια σιωπηλή συμφιλίωση. Εκεί η πόλη έδειχνε το σύγχρονο πρόσωπό της — ζωηρό, πολύβουο, αλλά πάντοτε με τη σκιά της ιστορίας να την αγκαλιάζει.
Κι έτσι, φεύγοντας, συνειδητοποίησα πως το Μπεργκαμό δεν είναι τόπος που τον βλέπεις· είναι τόπος που τον κουβαλάς. Σαν μυστικό, σαν ανάμνηση που μένει άσβεστη.



