Απέραντη ελευθερία, απέραντη ανασφάλεια…

Η Μαρία του ’89 και η Μαρία του ’25 (διήγημα)

Σ’ ένα καφενείο που δεν το έβρισκες σε χάρτη, αλλά μόνο στα όνειρα, ο χρόνος είχε στήσει παγίδα. Τα ρολόγια δεν χτυπούσαν, οι δείκτες στέκονταν, κι όμως οι κουβέντες κυλούσαν. Εκεί, αντικρυστά σε ένα ξύλινο τραπέζι, κάθονταν δύο γυναίκες που μοιράζονταν το ίδιο όνομα και την ίδια ηλικία: Μαρία, εικοσιοχτώ χρονών.

Η μία φορούσε ταγέρ με βάτες, το βλέμμα της γεμάτο βεβαιότητα. Ήταν η Μαρία του ’89.

Η άλλη, με τζιν ξεβαμμένο και ακουστικά λυτά στον λαιμό, κρατούσε κινητό στο χέρι της, κοιτώντας κάθε τόσο την οθόνη∙ η Μαρία του ’25.

— Στον ΟΤΕ δουλεύω, είπε η πρώτη. Μόνιμη θέση∙ χαρτί με υπογραφή και σφραγίδα. Δεν μετράει αν αύριο θυμώσω το αφεντικό ή αν δεν πιάσω στόχους∙ η καρέκλα μου είναι εκεί. Έχω ΙΚΑ, επιδόματα, μια σύνταξη που με περιμένει. Κι έτσι, το βράδυ κοιμάμαι με ήσυχο κεφάλι.

Η δεύτερη χαμογέλασε πικρά.

— Σ’ εμάς δεν υπάρχουν σφραγίδες∙ μόνο emails με ημερομηνίες λήξης. Σήμερα έχω δουλειά, αύριο μπορεί να τελειώσει. Μισθός που δεν φτάνει∙ ενοίκιο που ανεβαίνει. Για γιατρό, ψάχνω ιδιωτική ασφάλιση, κι αν θέλω σύνταξη, πρέπει να πληρώνω μόνη μου. Το κράτος μου λέει «επένδυσε στον εαυτό σου», μα με τι να επενδύσω; Με τον χρόνο που δεν μου μένει ή με τα χρήματα που δεν περισσεύουν;

Η Μαρία του ’89 ανασήκωσε τα φρύδια, σαν να μην καταλάβαινε.

— Δηλαδή δεν νιώθεις καμιά σιγουριά; Δεν ξέρεις πού θα σταθείς αύριο;

— Όχι, αποκρίθηκε η νεότερη. Εμάς μας μάθανε να τρέχουμε συνεχώς. Σπουδές, σεμινάρια, στόχοι, ανταγωνισμός. Η ελευθερία μας είναι απέραντη, αλλά η γη κάτω από τα πόδια μας συνεχώς τρέμει.

Έμειναν για λίγο σιωπηλές. Το καφενείο βυθίστηκε σε μια παράξενη ηρεμία∙ λες κι οι τοίχοι άκουγαν και κρατούσαν τις λέξεις τους σαν πολύτιμο μυστικό.