Μια φωτογραφία, μια ιστορία

«Εδώ είναι η ρίζα σου. Μην την ξεχάσεις».

Πρέπει να ήταν απόγευμα όταν έφτασα στην όχθη. Σταμάτησα το αυτοκίνητο κι άφησα τη μηχανή να σβήσει, για να ακούσω μόνο τη σιωπή. Η λίμνη του Μόρνου μπροστά μου γαλήνια, σαν να μην έγινε ποτέ εδώ το ανακάτωμα. Κι όμως, ήξερα. Εκεί από κάτω ήταν τα χωράφια μας, τα κλήματα του παππού, η καρυδιά που μαζεύαμε τα φθινόπωρα. Κι ακόμη πιο πέρα, τα σπίτια που σήκωναν καπνό στα τζάκια τους τα χειμωνιάτικα βράδια. Όλα σκεπασμένα, όλα πνιγμένα, λες και τα κατάπιε ο χρόνος μαζί με το νερό.

Κατέβηκα στην όχθη και στάθηκα. Τα βουνά απέναντι ίδια όπως τα θυμόμουν, μόνο που τώρα τα αγκάλιαζε το νερό. Ένιωσα τον παππού να στέκεται δίπλα μου, σιωπηλός, κρατώντας στο χέρι ένα κλαδί από το αμπέλι του. Μου φάνηκε κιόλας πως άκουσα την καμπάνα του παλιού ξωκλησιού∙ ή μπορεί να ήταν ο αέρας που περνούσε μέσα από τις ρεματιές.

Έπιασα μια πέτρα, την πέταξα κι είδα τους κύκλους να απλώνονται. «Έτσι είναι κι οι άνθρωποι», σκέφτηκα. Αφήνουν ένα σημάδι, απλώνεται λίγο γύρω τους, μετά χάνεται. Όμως πάντα μένει κάτι στον βυθό. Ένα βλέμμα, μια κουβέντα, ένα αμπέλι που δεν καρπίζει πια.

Έμεινα ώρα πολλή να κοιτάω. Κι όταν γύρισα στο αυτοκίνητο, κατάλαβα πως τελικά τίποτα δεν χάθηκε. Ο τόπος ζει μέσα μου. Και κάθε φορά που στέκομαι στην όχθη, είναι σαν να μου λέει ο παππούς: «Εδώ είναι η ρίζα σου. Μην την ξεχάσεις».

Creator.ai