Το παρακάτω διήγημα του Κ. Μπερτσιά δημοσιεύτηκε στο τελευταίο τεύχος του λογοτεχνικού περιοδικού « Οροπέδιο».
Συνελόντι ειπείν…
Ήταν περασμένες εφτά, παραμονή Δεκαπενταύγουστου, και η μικρή παρέα αγνάντευε νωχελικά τη σαγηνευτική εικόνα που ξεδιπλωνόταν μπροστά της. Η θέα της πανέμορφης λίμνης, που δημιουργήθηκε πριν καμιά σαρανταριά χρόνια σκεπάζοντας τη μεγάλη στενόμακρη κοιλάδα, ήταν μαγευτική.
Η συγκεκριμένη τοποθεσία πρόσφερεπράγματι μια πανοραμική άποψη της λίμνης —σε όλη της σχεδόν την έκταση, με τα δεκάδες γραφικά φιόρδ— και των επιβλητικών ορεινώνόγκων με τις ανισοϋψείς κορυφές τους. Η θέση αυτή ήταν ονομαστό τοπόσημο για τον μικρό οικισμό και το όνομα Αγνάντι, που της είχε δοθεί, ήταν απόλυτα ταιριαστό.
Το χωριό ήταν κουρνιασμένο κοντά στην κορφή ενός λόφου με αμφιθεατρική διάταξη των μικρών αλλά αρκετά περιποιημένων κατοικιών. Είχε πολύ καλή προστασία από τους βοριάδες και η θέση του ήταν τέτοια, που οι ακτίνες του χειμωνιάτικου ήλιου, αμέσως μετά την ανατολή, άγγιζαν σχεδόν όλα τα σπίτια και πρόσφεραν την ευεργετική τους επίδραση μέχρι αργά, ακόμα και την ώρα που αυτός έδυε πίσω από μια πανέμορφη βουνοσειρά.
Κάποιοι «ψαγμένοι» θεωρούσαν ότι το παλιό όνομα του χωριού έχει τις ρίζες του σε κάποια αρχαία λέξη, που σήμαινε μέρος ηλιόλουστο, κάποιοι άλλοι όμως, λιγότερο«ελληνοκεντρικοί», υποστήριζαν πως έχει σλαβική προέλευση. Πάντως ήταν αλήθεια, και σ’ αυτό συμφωνούσαν άπαντες, ότι για τις συζητήσεις που διοργάνωναν τα μέλη της παρέας (ας τις πούμε debates, όπως συνηθίζεται να λέγονται τελευταία), καλύτερη θέση ήταν αυτό το καραούλι, που είχε το πλεονέκτημα της πανοραμικής θέας αλλά και της δροσιάς. Η καλύτερη ώρα ήταν μετά τις εφτά το απόγευμα,όταν ο ήλιος είχε πάρει για τα καλά τον δρόμο προς τη δύση και το ελαφρύ βοριαδάκι έφερνε δροσιά από τον διπλανό λόφο.
Ήταν ώρα ν’ αρχίσουν οι αγορεύσεις των πρόθυμων ομιλητών, που καθένας θεωρούσε καθήκον του να εισφέρει στον διάλογο για το καλό της μικρής κοινωνίας τους. Συνήθεια παλιά, που όμως τα τελευταία χρόνια είχε αρχίσει να εξασθενεί. Η δημιουργία της λίμνης είχε διώξει τον κόσμο προς την πρωτεύουσα με αποτέλεσμα τη δραστική μείωση των κατοίκων. Οι συνήθειες, βέβαια, δύσκολα εγκαταλείπονται,καθώς περνούν στο υποσυνείδητο των ανθρώπων ως παράδοση. Οι καλοκαιρινοί μήνες —και ιδιαίτερα ο Αύγουστος, που στο χωριό επιστρέφουν σχεδόν όλοι— είναι η κατάλληλη εποχή για την λειτουργία αυτής της ιδιόρρυθμης βουλής, που η συμμετοχή είναι ελεύθερη, δεν χρειάζονται ψήφοι και εκλογές, αρκεί να θεωρείς ότι έχεις γνώσεις και να πιστεύεις ότι μπορείς με τις ιδέες σου να αλλάξεις τον ρου της ιστορίας ώστε οι συμπατριώτες σου να σε ευγνωμονούν παντοτινά!
Σήμερα φαίνεται ότι υπάρχει κάποιο σημαντικό θέμα μιας και η ομάδα συγκεντρώθηκε αρκετά νωρίτερα από την συνήθη ώρα και ήδη ο κύριος Παντελής, συνταξιούχος δάσκαλος, έχει πάρει τον λόγο για να απαντήσει στο ερώτημα του Αδάμ, ενός πανέξυπνου μηχανικού, που αυτή την περίοδο εργάζεται στο εξωτερικό. Ο Αδάμ,χιουμορίστας από γεννησιμιού του, υποδαυλίζει την συζήτηση και όταν αυτή ανάβει κάθεται σιωπηλός και απολαμβάνει.
Ο Παντελής, ο δάσκαλος, επιζητεί την πρωτοκαθεδρία, που έτσι κι αλλιώς τη δικαιούται. Πιστεύει ότι ξέρει πιο πολλά γράμματα από τους άλλους, είναι άλλωστε και συγγραφέας. Έχει γράψει δυο βιβλία όπου αποδεικνύει με ακαταμάχητα, όπως πιστεύει, τεκμήρια πως το χωριό είναι τόσο παλιό, που κάποιοι εκλεκτοί συμπατριώτες του είχαν συμμετάσχει στην εκστρατεία των Ελλήνων κατά της Τροίας με αρχιστράτηγο τον Αγαμέμνονα! Μάλιστα, είχαν ενισχύσει τον ελληνικό στόλο με δέκα πλοία ή, όπως με στόμφο έλεγε ο ίδιος: με δέκα νήες.
Βέβαια, το χωριό δεν ήταν παραθαλάσσιο αλλά δεν έχει σημασία, ήταν παραποτάμιο και συνδεόταν με την θάλασσα. Σε παρατήρηση κάποιου, πως αυτό δεν μπορεί να είναι σωστό, τον κατακεραύνωσε με την απάντηση: «Ούτε η Θήβα ούτε ο Ορχομενός είχαν θάλασσα,αγαπητέ μου, αλλά είχαν στόλο…»
Ο δάσκαλος βιαστικά άνοιξε την συζήτηση με το ερώτημα αν καλώς φτιάχτηκε η τεχνητή λίμνη που απλωνόταν μπροστά τους. Ως συνήθως δεν περίμενε από κάποιον άλλον να απαντήσει, πήρε τον λόγο μόνος του και άρχισε με πάθος να αγορεύει: «Ο Μέγας Αλέξανδρος,αγαπητοί μου, αγαπούσε το νερό. Την πρώτη μάχη εναντίον των Περσών την έδωσε στον Γρανικό ποταμό. Τα ορμητικά νερά του ποταμού έδωσαν την ορμή στον μεγάλο στρατηλάτη να κατατροπώσει τον πολυάριθμο περσικό στρατό». Αφού, επί δέκα λεπτά, περιέγραψε τη μάχη με τρόπο που θύμιζε ραδιοφωνική μετάδοση ποδοσφαιρικού αγώνα, κατέληξε: «Μεγάλη αξία το νερό,αγαπητοί μου, συμφωνείς Αριστειδη;»
«Βεβαίως, βεβαίως!» απάντησε γρήγορα ο Αριστείδης, που πλησιάζει τα εξήντα, καπνίζει αρειμανίως και συνήθως δεν έχει ενεργό ρόλο στις συζητήσεις. Ακούει και απολαμβάνει αλλά για κάποιο περίεργο τρόπο οι αγορητές στο τέλος της αγόρευσης επιζητούν από τον Αριστείδη την επιδοκιμασία του.
Ο Αδάμ ζητά από τον Μήτσο να πάρει θέση γιατί όπως του λέει, «η γνώμη σου είναι βαρύνουσα, εσύ εξάλλου είσαι και ειδικός, έφαγες όλη σου την ζωή με τα νερά».
Ο Μήτσος , συνταξιούχος υδραυλικός,πάντα παρεμβαίνει σε οποιαδήποτε συζήτηση, έχει άποψη επί παντός επιστητού· όσο για γνώση, δεν την θεωρεί απαραίτητη, η άποψη προέχει. «Το νερό είναι η πηγή της ζωής,αγαπητοί μου, χωρίς νερό δεν υπάρχουμε. Τι ψάχνουν εξάλλου οι διαστημικές αποστολές στον Άρη και στους άλλους πλανήτες; Νερό αναζητούν…» Ο Μήτσος συνέχισε να αγορεύει παθιασμένα για την φύση του ύδατος και στο τέλος έφτασε στους Εβραίους, που ανακάλυψαν τη στάγδην άρδευση και μεταμόρφωσαν την άγονη έρημο σε πλούσιο κάμπο. «Τα κιμπούτς είναι μεγάλη υπόθεση, έτσι δεν είναι Αριστείδη;»
Ήταν η τελευταία φράση του Μήτσου και αμέσως ήρθε η απάντηση του Αριστείδη:«Βεβαίως, βεβαίως αγαπητέ Μήτσο!», και συνέχισελίγο διστακτικά: «Κιμπούτς, κάτι κομμουνιστικό νομίζω είναι, αλλά άσ’ το τώρα αυτό, πάμε παρακάτω».
«Εσύ Τζίμη, που έχεις δουλέψει και για την ΝASA, τι λες;», παρενέβη περιπαικτικά ο Αδάμ.
Ο Τζίμης ο Ελληνοαμερικάνος δέχτηκε την πρόκληση και, αφού πρώτα μίλησε για την ομορφιά που απλωνόταν μπροστά του,επισήμανε με στόμφο πως κανείς δεν πρέπει να την αγνοεί. «Οι αρχαίοι Έλληνες, αγαπητοί μου,στο κάλλος έδιναν ιδιαίτερη σημασία. Ακούστε λέξεις που χρησιμοποιούσαν: καλλίκομος, καλλιβλέφαρος, καλλίζωνος, καλλίκομος, καλλιπλόκαμος, καλλιαστράγαλος κόρη, και ονόματα όπως Καλλιόπη, Καλλιρόη, Καλλιπάτειρα, Καλλιστώ, Καλλικράτης». Ο Τζίμης, συνεπαρμένος, μίλησε για τους Δελφούς και τον Παρθενώνα, έφτασε μέχρι τον Θεμιστοκλή και τη ναυμαχία της Σαλαμίνας και , απευθυνόμενος στον Αριστείδη με κατεβασμένο τον τόνο της φωνής, έκανε την τελευταία δήλωση: «Το κάλλος είναι η υπέρτατη ομορφιά και το νερό το υπέρτατο αγαθό! Συμφωνείς Αριστείδη;»
«Βεβαίως, βεβαίως Τζίμη!», η απάντηση του Αριστείδη.
Εν τω μεταξύ μια νέα παρουσία προστέθηκε στην παρέα δίνοντας άλλη ώθηση στη συζήτηση. Ο Άγγελος ήταν πρόσωπο της πολιτικής σκηνής με μακρόχρονη δράση, υποψήφιος βουλευτής σε τέσσερις, παρακαλώ, βουλευτικές εκλογές και δύο φορές υποψήφιος δήμαρχος. Ο Άγγελος μπήκε αμέσως στη συζήτηση: «Αγαπητοί μου,χαίρομαι που είμαι εδώ μαζί σας. Θέλω να σας διαβεβαιώσω ότι θα κάνω τα πάντα για να δικαιωθείτε, είμαι έτοιμος να φτάσω μέχρι τις Βρυξέλλες. Τα αντισταθμικά οφέλη από την κατασκευή της λίμνης θα δοθούν στο τόπο και στους κατοίκους, που τόσα έχουν υποφέρει.Είμαι εδώ για σας!». Ο πολιτευτής, με εμπειρία να μιλάει χωρίς να λέει τίποτα, συνέχισε να φλυαρεί για κανένα δεκάλεπτο, αναγκάζονταςτον δάσκαλο να παρέμβει. Η τελευταία φράση του Άγγελου: «Συμφωνείς Αριστείδη;»
«Βεβαίως, βεβαίως και… δεν συμφωνώ!» ήταν η επική απάντηση που έλαβε.
Μάλλον ο Άγγελος δεν άκουσε το ηχηρό «δεν» του Αριστείδη και δεν έδωσε συνέχεια .
Ο Αδάμ ένιωσε ότι όλοι οι αγορητές είχαν ολοκληρώσει και ήρθε η στιγμή για το κλείσιμο. Με προσποιητή σοβαροφάνεια και με το βλέμμα επικεντρωμένο στον δάσκαλο εξέφρασε τη δίκη του θέση: «Πολύ ωραία συζήτηση είχαμε αγαπητοί μου, έγινε γόνιμος διάλογος, όλες οι αγορεύσεις ήταν to the point, όπως λένε και στο χωριό του Τζίμη. Μπράβο! Συμφωνείς Αριστείδη;»
Δεν πρόλαβε να απαντήσει ο Αριστείδης και ακούστηκε η φωνή του δασκάλου: «Συνελόντι ειπείν, αγαπητοί μου, το έργο αυτό σωστά έγινε, ξεδίψασε ο κόσμος και τώρα που έρχεται η εποχή της λειψυδρίας θα φανεί ακόμη περισσότερο η αξία του. Γι’ ακόμη μια φορά επιτελέσαμε το καθήκον μας προς την πατρίδα συνεχίζοντας την ένδοξη παράδοση των προγόνων μας! Συμφωνείς Αριστείδη;»
Ο Αριστείδης δεν απάντησε, είχε αποσυρθεί διαμαρτυρόμενος. «Πρέπει να τηρούνται τα πρωτόκολλα», μουρμούρισε φεύγοντας…
Κωνσταντίνος Μπερτσιάς

