Δημήτρης Κανελλόπουλος
Είμαστε στο 1974. Μετά το χτύπημα του Φλεβάρη. Έχουμε πια, ως οργανωμένοι στη Νεολαία εργαζόμενοι μαθητές, μια καλή εμπειρία στην «παρανομία». Είναι λίγες μέρες πριν τις γιορτές. Το σχολείο θα κλείσει και υπάρχει μεγάλη διαρροή, μαθητών. Είναι Τρίτη βράδυ και κάνει πολύ κρύο. Δεν έχουμε ανεβεί στην αίθουσα για μάθημα. Παρακολουθούμε έναν αγώνα τάβλι μεταξύ δύο καθοδηγητών στο καφενείο του Κώστα, μέσα σε έναν θάλαμο αερίων από τον καπνό των τσιγάρων.
Όταν το παιχνίδι τελειώνει, χτυπάει και το κουδούνι στο παλιό κτίριο του σχολείου, που σημαίνει το τέλος των μαθημάτων. Η ώρα είναι έντεκα παρά είκοσι. Νύχτα. Δηλώνω ότι θα φύγω, για να προλάβω το τελευταίο λεωφορείο. Ο ξανθός καθοδηγητής μου γυρίζει και μου λέει:
«Μια ζαριά και φεύγουμε μαζί».
Ο καφετζής, αγενής όπως πάντα, φωνάζει πίσω από τον πάγκο:
«Ούτε μισή, φύγετε μη σας πετάξω έξω με τις κλοτσιές! Τώρα! Κι έρχεται εκεί και κλείνει με δύναμη το τάβλι, το οποίο πέφτει κάτω και γεμίζει το πάτωμα πούλια.
Οι δύο καθοδηγητές που παίζουν αρχίζουν και τσακώνονται μαζί του. Κάτι του λέει ο ένας για τα λεφτά που του αφήνει η μαθητοπαρέα μας.
«Να πάτε ν’ απαυτωθείτε εσείς και η παρέα σας. Και μην ξαναπατήσετε στο μαγαζί μου, γιατί στο τσακ το έχω να φωνάξω την ασφάλεια κωλόπαιδα. Ξέρετε γιατί. Άει στο διάλο…»
Βγαίνουμε «πατείς με πατώ σε» κι απομακρυνόμαστε κατά την οδό Μητροπόλεως. Είμαστε πέντε-έξι. Τρεις οργανωμένοι, ένας ύποπτος και κάνα δυο επιρροές. Στη Μητροπόλεως χωρίζουμε. Μου λέει ο καθοδηγητής:
«Εμείς πάμε στην Πετράκη. Έχω το φορτηγάκι. Θα σε πάω σπίτι σου».
Πάμε στην οδό Πετράκη. Το κρύο θερίζει. Μπαίνουμε στ’ αμάξι και ξεκινάμε για του Γκύζη. Αρχίζει να μου μιλάει για τις δυσκολίες.
«Φεύγει ο Χιώτης για φαντάρος, ο Σταμάτης ο κολλητός του, με τον οποίο έπαιζε τάβλι, διαφωνεί με το Κόμμα και μάλλον έχει προσχωρήσει στον Μαχητή κι ο Καρούλας, φεύγει για επαγγελματική αποκατάσταση στην Αραβία. Θα αναλάβεις καθήκοντα…»
Ακούω σιωπηλός. Αυτός συνεχίζει:
«Θ’ αναλάβεις τα Πετράλωνα. Έχουμε ένα σύντροφο καλόν εκεί. Είναι τυπογράφος. Θα φτιάξουμε ένα μηχανισμό εκτύπωσης προκηρύξεων. Σκέψου τον τρόπο και μόλις είσαι έτοιμος, θα το συζητήσουμε πρώτα οι δυο μας και μετά θα μιλήσουμε και με τον σύντροφο. Θα προσπαθήσετε μαζί ν’ αναπτύξετε την οργάνωση. Είναι εργατογειτονιά, γιατί ακουμπάει στον Ταύρο και στο Μοσχάτο. Παράλληλα θα κρατάς και το Χαϊδάρι. Η προσοχή σου πρέπει να είναι τεταμένη. Εντάξει;»
«Εντάξει». Σε αυτές τις περιπτώσεις δεν ρωτάγαμε τίποτε άλλο. Τα επόμενα βήματα για τη γνωριμία μου θα τα καθόριζε ο καθοδηγητής.
«Δεν τελειώσαμε», μου είπε. «Την Τετάρτη το βράδυ, που τελειώνουμε νωρίς το σχολείο, θα πάμε σε ένα ραντεβού με τον σύντροφο που μας καθοδηγεί από πάνω. Θέλει να σε δει. Εντάξει; Θα πάμε μαζί, για να μας δώσει τη γραμμή. Μετά θα χωρίσουμε και στο σχολείο δεν θα μιλήσουμε, έως την πρώτη Τρίτη του επόμενου μήνα, όπου θα φύγουμε μαζί. Θα πάμε προς Αθηνάς, για μπουρδελότσαρκα τάχα μου… Συμφωνείς;»
«Ναι.», Είπα.
«Καλώς. Σε αφήνω από πάνω, στη Μεγαλουπόλεως και Αγαπήνορος. Είναι πιο σίγουρα εκεί. Πρόσεχε…»
«Ναι. Καληνύχτα», είπα και μετά από λίγο που φτάσαμε στο συγκεκριμένο σημείο, βγήκα από το αμάξι. Ερημιά. Ψυχή δεν κυκλοφορούσε στο δρόμο. Έκανα ένα μικρό κύκλο και ανέβηκα στο σπίτι μου. Περίμενα με αγωνία την Τετάρτη. Οι καιροί ήταν δύσκολοι και είχε προηγηθεί το χτύπημα του Φλεβάρη. Αυτή θα ήταν η πρώτη μου επαφή με κάποιον από την ηγεσία παραπάνω. Είχα περιέργεια να δω τον σύντροφο που μας καθοδηγούσε εμάς των νυχτερινών Γυμνασίων.
Ήρθε η Τετάρτη που περιμέναμε με αγωνία. Ο συμμαθητής και καθοδηγητής μου στο σχολείο με είχε συμβουλεύσει, μόλις σχολάσουμε, να φύγουμε από διαφορετικούς δρόμους, μέχρι την Ιουλιανού και Πατησίων. Πράγματι, συναντηθήκαμε εκεί μετά από είκοσι λεπτά περίπου. Από εδώ μου είπε κι έδειξε να περάσουμε την Πατησίων και να πάμε προς τη Μαυρομματαίων.
Πήγαμε προς τη γωνία Μαυροματαίων και Αλεξάνδρας, όπου δεν ήταν κανείς, αλλά έφθανε ταυτοχρόνως ένας ψηλός νεαρός με γυαλιά, ο οποίος μας χαιρέτησε με τη μπάσα φωνή του και μας είπε:
«Πάμε απέναντι στη Μαυρομματαίων. Στην Κοδριγκτώνος χωρίζουμε. Εγώ πηγαίνω προς Πατησίων, εσείς πάτε προς τη Σχολή Ευελπίδων και μετά από πέντε λεπτά χωρίζετε». Είπε για το Πολυτεχνείο λίγα και αόριστα πράγματα και συνέχισε μιλώντας πολύ σύντομα για τις αποφάσεις του Κόμματος στο ένατο συνέδριό του. Μας εκλαΐκευσε γρήγορα τις θέσεις και κατέληξε ότι η αντίθεση των αστικών κομμάτων προς το χουντικό καθεστώς δεν έκφραζε την αντίθεσή τους και προς τα μονοπώλια και τον διεθνή ιμπεριαλισμό, αλλά ήθελε την αποκατάσταση του παλαιού καθεστώτος, για να τα εξυπηρετήσει καλύτερα…
Μιλούσε με μια ευφρόσυνη έπαρση για τον καινούριο κόσμο που θα ανατείλει, τον οποίον θα τον φτιάξουμε εμείς. Και που θα είναι ένας κόσμος βουτηγμένος στην απόλυτη ευτυχία όλων των ανθρώπων, ένας κόσμος χωρίς προβλήματα…
Λίγο μετά του Βαράγκη, τελειώνει και ρωτάει:
«Έχετε καμιά ερώτηση;»
Ο συμμαθητής-καθοδηγητής λέει μ’ ένα χαμόγελο:
«Εγώ όχι!»
Τότε ο ανώτερος Καθοδηγητής γυρίζει και απευθυνόμενος σε μένα με ρωτάει:
«Εσύ σύντροφε;»
«Εγώ», ψελλίζω, «δεν έχω καμιά απορία με τη γραμμή, όμως θέλω να σε ρωτήσω κάτι, για αυτόν τον κόσμο, που μας ανέφερες πως θα φτιάξουμε και θα είναι ένας κόσμος χωρίς βάσανα, χωρίς αδικίες και κατατρεγμούς, όπου όλοι θα ζούμε σε μια κοινωνία χωρίς προβλήματα… Σ’ αυτό τον κόσμο, θα υπάρχουν οι συνθήκες να γεννηθεί ένας Παπαδιαμάντης..;»
Αλληλοκοιτάζονται οι δύο με νόημα, μεταξύ τους. Πέφτει σιωπή. Φτάνουμε στην Κοδριγκτώνος, κι ο ανώτερος σύντροφος καθοδηγητής μού απαντά, χαμογελώντας σαρδόνια:
«Αυτά θα τα πούμε άλλη φορά, σε άλλες συνθήκες, σύντροφε “:ποέτα”». Και χωρίς να μας κοιτάζει, είπε βιαστικά:
«Γεια σας… Γεια σας». Κι απευθυνόμενος στον συμμαθητή-καθοδηγητή μου:
«Την πρώτη Τρίτη του επόμενου μήνα στην καφετέρια που ξέρεις…»
Τον είδα μετά την πτώση της δικτατορίας, κάτασπρο στο πρόσωπο. Ήταν λέει διαρκώς σε ένα υπόγειο, σε μια γιάφκα “θαμμένος” επί μακρόν. Γίναμε φίλοι, λόγω και κοινής καταγωγής, μέχρις ενός σημείου. Πάντα αισθανόμουν ότι μας χώριζε ο Παπαδιαμάντης.
Απομακρύνθηκα από το Κόμμα και φυσικά από την ομάδα που επηρέαζε αυτός ο σύντροφος, από την περίοδο της χούντας και η οποία, μετά το 1989, αποσχίστηκε κι έφτιαξε μια οργάνωση, η οποία συνεργάζεται με ένα «υποτροτσκιστικό» απολειφάδι, για την εγκαθίδρυση μιας κοινωνίας αιώνιας ευτυχίας, με βεβαιότητα.
Τον είδα τελευταία στο σπίτι ενός κοινού φίλου στην Πεύκη, μια Πρωτοχρονιά, δυο χρόνια πριν πεθάνει. Μπήκα στην κρεβατοκάμαρα, όπως μου συνέστησε ο κοινός φίλος, ν’ αφήσω το παλτό μου. Στεκόταν μπροστά στην μπαλκονόπορτα και μιλούσε στο κινητό του. Μόλις με είδε, έκλεισε το τηλέφωνο, αγκαλιαστήκαμε εγκάρδια και μου είπε, μ’ αυτό το γεμάτο νόημα συνωμοτικό χαμόγελό του:
«Μετά την ταξική επανάσταση για την κομμουνιστική απελευθέρωση της κοινωνίας, πράγματι η κοινωνική ευτυχία δεν θα επιτρέπει τη δημιουργία συνθηκών για τη γέννηση ενός Παπαδιαμάντη…
Επί 50 χρόνια μάθαινα για τη δράση του, αν και δεν τον έβλεπα συχνά. Όμως ποτέ δεν υιοθέτησα τη βεβαιότητά του…
Δημήτρης Κανελλόπουλος
