Δημήτρης Κανελλόπουλος
Τί ἀντάρτης ἤμουνα ἐγώ;

Φύγαμε ἀπὸ τὰ Τριπόταμα ἀπογιοματάκι πρὸς βράδυ. Εἴχαμε γίνει ζυμάρι ἀπὸ τὴ βροχή. Οὔτε τὴ γλώσσα μας δὲν εἴχαμε στεγνή. Δὲν μᾶς εἴπανε γιὰ ποὺ πᾶμε. Περπατάγαμε ἀδιαμαρτύρητα. Εἴχαμε πιάσει καὶ πηγαίναμε ὅλο τὸ πλάι τοῦ βουνοῦ ἀπὸ ἕναν κατσικόδρομο. Καταλαβαίναμε ὅτι ὁ καιρὸς λιγόστευε. Τὸ βλέπαμε παντοῦ αὐτό. Ὡς κι ὁ τόπος σὰ νὰ μὴ μᾶς ἤθελε πιά.
Ἀπὸ κάτου, στὰ δεξιά μας, ἤτανε ὁ χωματόδρομος. Σὲ μερικὰ σημεῖα ἤμασταν ὁρατοί. Ἔτσι ὅπως ἔβλεπα τὸ δρόμο ἔλεγα δὲν θὰ τὴν βγάλουμε καθαρή. Κατεύθυνση εἴχαμε τὴ Μαμαλούκα. Λοχαγὸς ἤτανε ὁ Ὀδυσσέας καὶ διμοιρίτης ὁ Γιώρης Τερλέγκας. Στὸ δρόμο ὁ Τερλέγκας γύρεψε ἄδεια ἀπὸ τὸν Ὀδυσσέα νὰ πάει στὸ χωριὸ του τὸ Τσαρούχλι, νὰ ἰδεῖ τὴ μάνα του.
Τὸ Τσαρούχλι ἤτανε κάνα δυὸ χιλιόμετρα πάνω ἀπὸ τὴ Μαμαλούκα. Ἔτσι πρὶν μποῦμε στὴ Μαμαλούκα ὁ Τερλέγκας ἔφυγε. Οἱ ὑπόλοιποι συνεχίσαμε, μπήκαμε στὸ χωριὸ κι ἀφοῦ βάλαμε τὶς σκοπιές, μοιραστήκαμε σὲ διάφορα σπίτια. Ἐγὼ μ’ ἄλλους τρεῖς πήγαμε στὸ σχολεῖο. Ἦταν ἕνα πέτρινο κτήριο στὴν ἄκρη τοῦ χωριοῦ. Εἴδαμε φῶς. Χτυπήσαμε τὴν πόρτα, νὰ μὴν τρομάξουμε τοὺς ἀνθρώπους ποὺ βρίσκονταν μέσα. Μᾶς ἄνοιξε μιὰ δασκαλίτσα. Ξαφνιάστηκε. Τὴν χαιρετήσαμε κι ἐκείνη μᾶς εἶπε περάστε. Κατάλαβε τί θέλουμε. Τὸ σχολεῖο εἶχε κι ἕνα δωμάτιο γιὰ κάθε δάσκαλο. Μὲ τζάκι. Ἤτανε ἀναμμένο. Ἔκαιγε κότσιαλα.
«Ἐλᾶτε», εἶπε ἡ δασκάλα, «νὰ, μονιάστε ἐδῶ στὸ δωμάτιο, ἐγὼ θὰ πάω στὸ σπίτι μιᾶς φίλης μου…»
«Μην σὲ βγάλουμε ἀπὸ τὴ γωνιά σου τέτοια ὥρα, θὰ κοιμηθοῦμε πλάι στὴν αἴθουσα», τῆς εἶπε ἕνας…
«Ὄχι, ὄχι μὴν ἀνησυχεῖτε. Ἔχω νὰ μείνω», ἐπέμεινε καὶ παίρνοντας λίγα πράματα στὰ χέρια, μᾶς καληνύχτισε κι ἔφυγε.
Βγάλαμε τοὺς μανδύες μας καὶ τὰ βρεγμένα ροῦχα, ὁ Θεὸς νὰ τὰ κάνει ροῦχα, καὶ τὰ βάλαμε πλάι στὴ φωτιὰ νὰ στεγνώσουν. Ρίξαμε κότσιαλα στὴ φωτιὰ κι αὐτὴ κόρωσε. Ξεχάσαμε τὴν πεῖνα μας μὲ κάτι ξεροκόμματα που είχαμε από μέρες. Βολευτήκαμε. Κατόπιν σορωθήκαμε στὸ δωμάτιο καὶ ξεραθήκαμε ἀμέσως στὸν ὕπνο. Μαῦρον ὕπνο δηλαδή. Στὴν πραγματικότητα δὲν κοιμόμασταν ποτέ. Λαγοκοιμόμασταν! Ἀνοιγόκλειναν τὰ μάτια συνέχεια καὶ τ’ αὐτιὰ ἔπιαναν κάθε τσάχαλο, ἀκόμη καὶ τὸ πιὸ μικρό. Ἀλλὰ ἔτσι πεθαμένοι ποὺ ἤμασταν, ἡ ζέστη μᾶς μαλάκωσε κι ἔκλεισαν τὰ τσίνορά μας.
Δὲν προλάβαμε νὰ ζεσταθοῦμε καὶ νὰ ξεκουραστοῦμε καὶ μετὰ ἀπὸ καμιὰ ὥρα, μέσα στὴν μαύρη νύχτα βάρεσε ἡ σάλπιγγα. Κάποιος τὴν ἄκουσε καὶ μᾶς ξύπνησε. Ντυθήκαμε στὰ γρήγορα καὶ μαζευτήκαμε στὴν πλατεία. Δὲν εἶχε φωτίσει ἀκόμη. Μᾶς ἔκοψε ἡ πείνα καὶ τὸ κρύο. Ὁ Τερλέγκας ποὺ εἶχε φύγει πρὶν ἀπὸ μερικὲς ὧρες μὲ ἄδεια, νὰ πάει νὰ δεῖ τὴ μάνα του, εἶχε γυρίσει πίσω. Ἔφερε τὴν πληροφορία ὅτι πηγαίνοντας γιὰ τὸ Τσαρούχλι εἶδε τὴν ἐμπροσθοφυλακὴ τοῦ στρατοῦ ν’ ἀνεβαίνει. Ἔβαλε αὐτὶ καὶ τοὺς ἄκουσε μὲς στὴ νύχτα. Γύρισε πίσω καὶ εἰδοποίησε τὴ διοίκηση.
«Ἀπάνου, κατὰ τὸ Μαῦρο Λιθάρι», εἶπε ὁ Ὀδυσσέας καὶ τὸ πήραμε κατὰ κεῖ. Τὸ περικοπὸ πήγαινε μὲ δυσκολία πλάι ἀπὸ ἕνα γκρεμὸ κατὰ τὴν Ἀχαία. Ἀνεβαίναμε γρήγορα, παρὰ τὴν πείνα καὶ τὴν κούρασή μας. Θέλαμε νὰ πιάσουμε τὸ πλάι. Νὰ ἐλέγχουμε τὶς κινήσεις τους. Στὸ δρόμο μας ἤτανε μιὰ λάκα. Εἶχε καὶ λίγα δεντράκια τίποτα ρουπάκια, λίγα πουρνάρια καὶ λειχῆνες. Δὲν βγήκαμε ἀπάνω στὴ λάκα. Κάτσαμε ἀκριβῶς ἀπὸ κάτου. Πίσω μας ἤτανε τὸ βουνὸ τοῦ Σοποτοῦ. Ἐκεῖ φτιάξαμε τὰ πολυβολεῖα καὶ στήσαμε ἐνέδρα. Τοὺς περιμέναμε. Βλέπαμε ὅλες τὶς κινήσεις τους ἀπὸ κεῖ. Εἴχανε φῶς. Μπορεῖ νὰ ’χανε καμιὰ γεννήτρια. Εἴμαστε μούσκεμα πλάτη μὲ πλάτη. Εἶχε ξαστεριὰ καὶ τὸ γύρισε σὲ πάγο. Δὲν ἔνοιωθα τὰ πόδια μου καὶ μοῦ ’ρχότανε ἀναγούλα ἀπὸ τὴν πείνα. Τότε ἔσκασε τὸ πρῶτο φῶς στὸν Πάρνωνα. Τοὺς βλέπαμε ἀπὸ κάτω μας πεντακάθαρα.
Ἦρθε ἕνας σύνδεσμος καὶ μᾶς ἔφερε τὴν πληροφορία ὅτι ἤσαντε τὰ τάγματα τοῦ Δρακουλαράκου καὶ τοῦ Κοτσώνη. Μετὰ τοὺς εἴδαμε νὰ ἑτοιμάζονται, ν’ ἀνέβουν πρὸς τὰ πάνου. Βάλανε ἐμπροσθοφυλακὴ καὶ κινήσανε. Μᾶλλον τὸ εἴχανε βάλει γιὰ τὰ Καλάβρυτα. Εἴχαμε ἐντολὴ νὰ μὴν χτυπήσουμε. Πλήρης ἀκινισία. Τοὺς περιμέναμε ἀκροβολισμένοι. Ὅταν φτάσανε στὰ ἑκατὸν πενῆντα, διακόσια μέτρα τὸ πολύ, ἀρχίσαμε νὰ τοὺς βάλουμε μὲ τὰ μπρέν. Ξαφνιαστήκανε. Ἔτρεχαν πέρα δῶθε. Τοὺς καθηλώσαμε. Φάνηκε ὅτι δὲν μᾶς εἴχανε ἀντιληφθεῖ. Ὑποχωρήσανε κατὰ τὴ Στρέζοβα καὶ ὀχυρωθήκανε ἀπέναντι ἀπὸ τὸ δρόμο. Τότες ἀρχίσανε νὰ μᾶς βάλουνε μὲ ὅλμους. Ἐμεῖς συνεχίζαμε μὲ τὰ μπρέν. Δημιουργήσαμε ἕνα ἰσχυρὸ φράγμα πυρός.
Ἡ μάχη κράτησε ἕξι μέρες. Κρατάγαμε καλά. Ἀλλὰ κι κεῖνοι δὲν ὑποχωρούσανε. Τὰ χαράματα τῆς ἕκτης μέρας εἰδοποιηθήκαμε ν’ ἀνέβουμε πάνω, στὴ λάκκα γιὰ νάχουμε τρόπο διαφυγῆς ἅμα σφίξουν τὰ πράματα. Τὸ κρύο συνέχιζε νὰ εἶναι φοβερό. Τουρτουρίζαμε. Τὰ παπούτσια μας, μαῦρα παπούτσια δηλαδή, ἤσαντε χάρβαλα. Μανδύες δὲν εἴχαμε οἱ περισσότεροι. Ὁ Ὀδυσσέας διέταξε νὰ συμπτυχθοῦμε καὶ νὰ εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ ἀνέβουμε ἀπάνω ἀπὸ τὴ λάκα γιὰ νὰ ’χουμε τρόπο διαφυγῆς κατὰ τὸ βουνὸ τοῦ Σοποτοῦ.
Ἀρχίσαμε ν’ ἀνεβαίνουμε μὲ προσοχή. Τὸ κρύο θέριζε πάνω στὸ βουνὸ καὶ στ’ ἀπόσκια εἶχε μιὰ πασπάλα χιόνι. Τὴν ὥρα ποὺ πατήσαμε πάνω στὴ λάκα φανήκανε τ’ ἀεροπλάνα. Εἴχανε δώσει τὸ στόχο κι ἀμέσως ἀρχίσανε νὰ ρίχνουνε κάτι καινούργιες βόμβες, ποὺ σκάγανε μ’ ἕναν φοβερὸ κρότο στὶς θέσεις ποὺ εἴχαμε προηγουμένως. Μόλις σκάγανε οἱ βόμβες, μιὰ τεράστια φωτιὰ ἐξαπλωνότανε μὲ τρομερὴ ταχύτητα κι ἔκαιγε τὰ πάντα ἀπὸ ἄκρη σὲ ἄκρη. Μείναμε ἀκίνητοι. Σκιαχτήκαμε πολύ. Τέτοιο πράμα δὲν τό ’χαμε ξαναδεῖ. Λὲς καὶ ρίχνανε μπιτόνια μὲ βεντζίνα. Εὐτυχῶς δὲν μᾶς πετύχανε γιατί βάνανε παρακάτου, ἐκεῖ ποὺ εἴχαμε ταμπουρωθεῖ τὶς προηγούμενες μέρες. Βάρεσε ὑποχώρηση. Ξεκινήσαμε χωρὶς πνοή, τρέχοντας κατὰ πάνου στὴν πλαγιά. Τότε ξαναγύρισαν τ’ ἀεροπλάνα κι ἄρχισαν νὰ ρίχνουνε τὰ μπετόνια μὲ τὴ βεντζίνα ἀπάνου μας. Μας εἴχανε ἐντοπίσει. Ἐκεῖ τρέχαμε νὰ σωθοῦμε ὅπως μποροῦσε ὁ καθένας. Εὐτυχῶς καταφέραμε καὶ μπήκαμε στὸ δάσος μὲ μικρὲς ἀπώλειες. Τραβηχτήκαμε ἀνατολικὰ καὶ τὸ πήραμε κατὰ πάνω. Φτάσαμε στὴ χαράδρα τοῦ Ζήλου, μιὰ χαράδρα κοντὰ στὴ Χόβολη καὶ κάναμε ἀφάνεια μέχρι νὰ περάσει ἡ μέρα. Μιὰ καΐλα ἔκατσε στὴ μύτη μου ἀπὸ τότε.
Κατὰ τὸ σούρουπο πῆρε νὰ βρέχει δυνατότερα. Ἔριχνε μιὰ χυτούρα ἀσταμάτητη. Σηκωθήκαμε νὰ κατεβοῦμε μέσα τὸ ρέμα καὶ νὰ πιάσουμε τὴν ἀπέναντι πλαγιά. Ἀπὸ πάνου εἶναι ἡ Χόβολη. Ἐκεῖ σκοπεύαμε νὰ διανυχτερεύσουμε. Κατεβήκαμε μέσα στὴ λάσπη καὶ φτάσαμε στὴν κοίτη τοῦ ρέματος. Περάσαμε πλάι ἀπὸ κάτι ἐξώσπιτα. Ἤσαντε ἔρημα. Δὲν μείναμε ἐκεῖ γιατί ἂν μᾶς στριμώχνανε μέσα στὸ ρέμα δὲν τὴ γλυτώναμε. Ἀνεβήκαμε τὴν πλαγιά. Τὸ χωριὸ ἦταν στὰ πεντακόσια μέτρα. Δὲν ἀκουγότανε τίποτα ἐξὸν ἀπὸ τὸν ἀγέρα καὶ τὸν ἦχο τῆς βροχῆς. Κι ἕνα σκυλὶ ποὺ ἔκοβε τὴν ἅλυσό του ἀπὸ τὰ γαβγίσματα. Πρῶτα μπῆκε ἡ ἐμπροσθοφυλακὴ κί μᾶς εἰδοποίησε ὅτι ἦταν «καθαρά». Προχωρήσαμε μέσα μὲ προσοχὴ καὶ στρατοπεδέψαμε. Βάλαμε φρουρές. Παλιὰ εἴχαμε συνδέσμους στὸ χωριό. Τώρα ὅμως, οἱ δικοί μας εἴχανε χαθεῖ. Πολλὲς οἰκογένειες τοῦ χωριοῦ τὶς εἴχανε μαζέψει στὴ Στρέζοβα, νὰ μὴ μᾶς βοηθᾶνε λέγανε.
Μπῆκα σ’ ἕνα σπίτι. Ἡ φαμελιὰ σκιάχτηκε. Τοὺς καθησύχασα. Ὁ ἄντρας ἤτανε ἴσια μὲ σαράντα χρόνων. Καλοταϊσμένος, βαρὺς. Ἤτανε ἀκόμη ἡ γυναίκα του καὶ τὰ τέσσερα παιδάκια του. Ἕνα κορίτσι καὶ τρία ἀγοράκια. Δὲν εἴχανε προλάβει νὰ σηκωθοῦνε ἀπὸ τὸ τραπέζι. Τὸ κορίτσι τρομαγμένο πῆγε κλαίγοντας πίσω ἀπὸ τὸν πατέρα του. Ἤτανε τὸ μεγαλύτερο. Τοὺς εἶπα νὰ μὴ φοβοῦνται.
«Δὲν θὰ πειράξω κανέναν», εἶπα πάλι… «Μιὰ γωνιὰ νὰ στεγνώσω μονάχα κι ἕνα κομμάτι ψωμὶ, ἅμα σας βρίσκεται…», εἶπα.
«Νὰ κάτσεις παιδάκι μου, ἀλλὰ δὲ μᾶς περίσσεψε οὔτε ντρούδα, τὸ δόλιο… μόλις τώρα φάγαμε κι ἐμεῖς κάτι λαχανίδες μὲ δυὸ μπουκιὲς ψωμάκι… φτωχοὶ ἀνθρῶποι εἴμαστε…»
«Λίγο λάδι κάτι νὰ βάλω στὸ στόμα μου», παρακάλεσα…
«Δὲν ἔχουμε στάλα παιδάκι μου…», εἶπε ὁ φαμελιάρης, ἀλλὰ ἐκείνη τὴν ὥρα, ἕνα τράνταγμα ἀκούστηκε στὴν πόρτα καὶ μπῆκε μέσα ἀπρόσκλητος, ἕνας δικός μας ταϋγέτης, μὲ τὸ ὅπλο προτεταμένο. Ὅπλισε ταυτόχρονα. Ἐμένα οὔτε ποὺ μὲ κοίταξε. Εἶπε στὸ νοικοκύρη μὲ ἄγρια φωνή:
«Ποῦ τὄχεις τὸ ψωμὶ ρέ; Μίλα μὴν τὸ κάνεις σὰν τὴν ἄλλη βολά… Μίλα γιατί θὰ σᾶς καθαρίσω ὅλους…». Ἐνῶ τὰ ἔλεγε αὐτά, ἔκανε ἕνα βῆμα δεξιὰ καὶ πετάει τὶς κουβέρτες ἀπὸ τὸ γιοῦκο στὸ πάτωμα. Ἐκεῖ στὴ μέση, πάνω σὲ μιὰ μπαντανία φανερωθήκανε τρία καρβέλια ψωμί. Χωρὶς νὰ χάσει καιρό, τὰ παίρνει καὶ γυρίζει νὰ φύγει… Τότε ὁ νοικοκύρης φώναξε:
«Δώσε ἕνα κομμάτι καὶ στὸ παιδί…»
Αὐτὸς ἔκλεισε μὲ δύναμη τὴν πόρτα πίσω του, χωρὶς νὰ τοῦ δώσει σημασία. Ὁ νοικοκύρης μὲ κοίταζε μ’ ἕνα ὕφος πονηρό. Ἐγὼ ντράπηκα. Κατέβασα τὸ κεφάλι. Δὲν ξέρω γιατί. Ἔκανα ἕνα βῆμα πίσω κι ἀφοῦ τὸν καληνύχτισα, βγῆκα ἀπὸ τὴν πόρτα. Ἔξω σκοτάδι. Ἔκατσα σὲ μιὰ κόχη. Μὲ πῆρε τὸ κλάμα. Τί ἀντάρτης ἤμουνα ἐγώ, ποὺ οὔτε ἕνα κομμάτι ψωμὶ δὲν μποροῦσα νά ’βρω; Μετὰ σηκώθηκα. Πῆγα σ’ ἕνα ἄλλο σπίτι πιὸ πέρα καὶ χτύπησα. Μ’ ἄνοιξε μία γριά. Τὴν παρακάλεσα καὶ μ’ ἄφηκε νὰ μπῶ στὸ κατώι. Νὰ μὴν παγώσω. Ἐκεῖ μόλις ξάπλωσα πάνω σ’ ἕνα κασόνι, μ’ ἔπιασε μιὰ ἀνακαψίλα. Ἔφτυσα χολή. Ἀπὸ κείνη τὴ νύχτα ὑποφέρω ἀπὸ τὸ στομάχι μου.

Δημήτρης Κανελλόπουλος