Πηγή: sarantakos. WordPress.com
Αναρτήθηκε από τον/την: sarant στο 23 Ιουλίου, 2025

Τις προάλλες πίναμε μπίρες σε μια πλατεία στην Κυψέλη, οπότε πρόσεξα ότι είχαν πέσει κάτω καναδυό ευμεγέθη θραύσματα από τα τσιπς που είχε φέρει το κατάστημα για συνοδευτικό και ειχαν μαζευτεί μερμηγκάκια που, όλα μαζί, έσερναν τα κομμάτια το τσιπς. (Την εικόνα τη βρήκα στο διαδίκτυο, στη δική μου περίπτωση το θραύσμα του τσιπς ήταν πολύ μεγαλύτερο από τα μερμήγκια). Κάμποση ώρα καθίσαμε με τη Νικοκυρά και τα παρατηρούσαμε, πόσον αγώνα έκαναν να περάσουν τον αρμό ανάμεσα στις πλάκες του δαπέδου, που δεν ήταν επίπεδος.
Να γράψω άρθρο για τα μερμήγκια, σκέφτηκα. Ταιριάζει κιόλας τώρα το καλοκαίρι, που βρισκόμαστε πιο κοντά στο ύπαιθρο.
Μερμήγκι έγραψα, αλλά ο επίσημος τύπος είναι «μυρμήγκι». Εγώ προτιμώ τον λαϊκό τύπο, όπως και ο Μάνος Λοΐζος, που έκανε και τραγούδι για τον μέρμηγκα με τα μικρά του τα μερμηγκάκια. Τι είναι τα μερμήγκια ξέρουμε: ονομασία μικρών υμενόπτερων εντόμων που ζουν κατά πολυάριθμες ομάδες σε φωλιές συνήθως υπόγειες λέει το ΛΚΝ.
Αλλά εδώ λεξιλογούμε. Στα αρχαία έχουμε τη λέξη «μύρμηξ», λέξη αρχαϊκή αφού υπάρχει όχι στον Όμηρο παρά στον Ησίοδο και στον Αρχίλοχο. Τα ετυμολογικά λεξικά παράγουν τη λέξη από ινδοευρωπαϊκή ρίζα meur-w, και υποθέτουν ενδιάμεσο τύπο *μύρβηξ. Aπό τον ελληνιστικό τύπο μυρμήκιον, υποκοριστικό του «μύρμηξ», με ηχηροποίηση, έχουμε το μεσαιωνικό μυρμήγκι, και μερμήγκι με την τροπή ι->ε κοντά στο /ρ/.
Στα λατινικά το μερμήγκι ήταν formica, απ’ όπου το γαλλ. fourmi, το ισπανικό hormiga, κτλ, ενω το γερμανικό Ameise προέρχεται από παλαιογερμανική ρίζα από την οποία προέκυψε και το αγγλ. ant.
Στην Κρήτη τα μερμήγκια λέγονται μελίτακες και μελιγκούνια. Αλλού, αλλιώς -θα μας πείτε στα σχόλια. Σταύρος Μερμίγκης ήταν ένας παλιός αθλητής δρόμων ημιαντοχής. Με το ίδιο ονοματεπώνυμο, αλλά Μερμήγκης, ένας ηθοποιός.
Εύλογα το μερμήγκι έχει εντονότατη παρουσία σε μύθους, παροιμίες και εκφράσεις. Για τον πασίγνωστο μύθο του τζίτζικα και του μέρμηγκα έχουμε βάλει παλιότερα άρθρο.
Θαυμάζουμε το μυρμήγκι που δουλεύει εντατικά και ακούραστα (ή τουλάχιστον έτσι μας φαίνεται) κι έτσι λέμε για κάποιον «δουλεύει σαν μερμήγκι». Η «δουλειά μερμηγκιού», που έβαλα στον τίτλο, συχνά έχει και την απόχρωση της ψιλοδουλειάς, της μεθοδικής και εξαντλητικής δουλειάς -αλλά ίσως και κάπως άχαρης, ας πούμε το να συντάσσει κάποιος βιβλιογραφίες.
Για να πούμε πως κάποιος είναι άκακος λέμε «δεν πειράζει ούτε μυρμήγκι» -φράση που συχνά τη λένε για κάποιον που έχει σκοτώσει άνθρωπο. Υπάρχει και το ανέκδοτο για εκείνον που δικαζόταν για βιασμούς. Ο μάρτυρας υπεράσπισης έλεγε στον δικαστή πως είναι τόσο άκακος ο κατηγορούμενος, που είχε βάλει κουδούνια στα παπούτσια του για να προειδοποιεί μερμήγκια και άλλα ζωύφια, να μην τα πατήσει κατά λάθος. «Αλλού έπρεπε να βάλει κουδούνια», είπε ο δικαστής.
Το μερμήγκι είναι μικρoσκοπικό για τα ανθρώπινα μέτρα. «Τον βλέπω σαν μυρμήγκι», σημαίνει: δεν τον υπολογίζω καθόλου. Αλλά και τα μερμήγκια μαζεύονται πολλά μαζί. Σε περιπτώσεις συνωστισμού λέμε ότι μαζεύτηκαν «σαν μυρμήγκια». Αυτό εκφράζεται και μονολεκτικά με το ρήμα «μυρμηγκιάζω», που όμως μπορεί να έχει και άλλη σημασία.
Λέμε «μυρμήγκιαζαν στην αποβάθρα οι επιβάτες», αν είναι πολλοί και θυμίζουν, από μακριά, μερμήγκια, αλλά επίσης λέμε «μυρμηγκιάζει το χέρι μου», αν αισθανόμαστε μυρμήγκιασμα, ένα μούδιασμα που είναι σαν να περπατούν μερμήγκια πάνω στο χέρι σου.
Μυρμηγκιά είναι πολλοί συνωστισμένοι σαν μερμήγκια, είναι όμως κι ένα σαρκώδες εξόγκωμα που βγάζουμε. Αυτό στην αρχαιότητα λεγόταν «μύρμηκος ατραποί».
Μυρμηγκιά είναι και το σύνολο των μερμηγκιών μέσα στη μυρμηγκοφωλιά. Μια φορά, πριν από καμιά εξηνταριά χρόνια, ένα καλοκαίρι, σκαρφιστήκαμε με τον φίλο μου τον Σταμάτη, που έμενε απέναντι και ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερος, να σκάψουμε μια μερμηγκοφωλιά να δούμε πώς είναι από μέσα. Αρχίσαμε λοιπόν, φτάσαμε σε κάποιο βάθος και θυμάμαι πως είδαμε αποθηκευμένα τα σπόρια που είχαν (εκτός αν το έχω δει σε ντοκιμαντέρ και νομίζω πως το θυμάμαι). Τότε όμως βγήκαν από τα βάθη της φωλιάς κάτι μεγάλα μερμήγκια πολεμιστές και μας τάραξαν στις δαγκωματιές με αποτέλεσμα να τραπούμε σε φυγή.
Ο Βάρναλης δεν αγαπούσε τα έντομα, ιδίως μύγες και μερμήγκια, επειδή του χαλούσαν τον ύπνο. Θα κλείσω με το χρονογράφημά του «Ο ύπνος του υπαίθρου», γραμμένο τον Ιούνιο του 1953:
Ο ύπνος του υπαίθρου
Για να βγεις κάπου την Κυριακή, για να ξεχάσεις τη μοίρα σου, πρέπει να ’χεις… μοίρα. Και τότες «αν έχεις μοίρα διάβαινε, και ριζικό περπάτα»!
Αλλά! Δεν είναι μόνο η θάλασσα, το πεύκο κι ο κεφτές! Χρειάζεται και ύπνος. Πού θα κοιμηθείς; Όλα τα πεύκα γύρω πιασμένα. Ένα χιλιόμετρο παραπάνου προς το βουνό υπάρχει δάσος. Εκεί θα πας. Δρυάδες, Ορειάδες, Αμαρυλλίδες… μόνο μύγες, μερμήγκια κι ο ήλιος. Όλα σε κυνηγάνε. Όπου να πας, θα σε βρούνε. Κι ο ήλιος κι οι μύγες και τα μερμήγκια. Και μόνον ο ύπνος μήτε θα σε βρει μήτε θα τον βρεις!… Κι ενώ θα προσπαθείς μάταια να ονειρευτείς πως… κοιμάσαι ή πως πέθανες σε τινάζει στα ύψη το γαργάλισμα…
Από τους τρεις ανελέητους εχθρούς του μεσημεριάτικου ύπνου στο ύπαιθρο, ο χειρότερος είναι το γαργάλισμα της μύγας και του μερμηγκιού. Και το χειρότερο απ’ τα δυο γαργαλίσματα, του μερμηγκιού!
*
Αντίκρα η θάλασσ’ αστραποβολά. Οι γλάροι ακινητούνε στο ουράνιο γαλανό σα γύψινοι· σπίθες μπλάβες και κόκκινες περνάνε ανάμεσα στα τσίνορά σου· ιδού ο Νυμφίος έρχεται: ο Ύπνος, ο δίδυμος αδερφός του Θανάτου! Σε τοποθετεί στ’ απαλά του φτερά για να σε πάει στην αγκαλιά της… Σελήνης, δηλ. της Νύχτας!… Αλλά τότε βγαίνει ο Ταμερλάνος της εξοχής, ο μέρμηγκας: «Μέρμηγκας, πρωτομέρμηγκας και πρώτος των μερμήγκων»!
Τι θέλει;
Μαύρος, ψηλός, δαιμονισμένος με την ουρά ψηλά και με τις δαγκάνες χαμηλά ‒ δεν προφταίνεις να τον ιδείς και να τον ζωγραφίσεις, γιατί όλο φεύγει και πετά και χάνεται και ξανάρχεται…
Τον ήλιο μπορείς να τον ξεφύγεις για λίγα λεφτά. Σε ξυπνάει, τραβιέσαι παραπέρα κι όσο να κοιμηθείς, σε ξαναξυπνάει. Από τη μύγα μπορείς να προφυλαχτείς, αν προτιμάς να σκάσεις! Σκεπάζεις το πρόσωπο με μια πετσέτα, κι όταν πας να σκάσεις τραβάς την πετσέτα και μπαίνει η μύγα στα ρουθούνια σου και τινάζεσαι ξανά στα ύψη! Αλλά τα μπράτσα και τα μπατζάκια πώς θα τα προφυλάξεις;
Ενώ λες να κοιμηθείς με το βρακάκι του μπάνιου για να χαρείς τον αέρα, αναγκάζεσαι να ντυθείς ‒ κι ο ιδρώτας σε λούζει κι η αναπνοή σου πνίγεται. Πάντως ντυμένος και πετσετομουτρωμένος γλιτώνεις από τη μύγα. Δε γλιτώνεις όμως από το μέρμηγκα. Γιατί ο μέρμηγκας μπαίνει στον κόρφο, στη ράχη, στα μπατζάκια από τα παραμικρότερ’ ανοίγματα. Μπαίνει και τρέχει για να βγει. Δε βρίσκει από πού μπήκε και χώνεται βαθύτερα και γαργαλάει φαρμακερότερα απ’ όσο δαγκάνει το φίδι.
Επιτέλους τι ζητάνε αυτοί οι δαίμονες της Κολάσεως; Ούτε αίμα πίνουνε ούτε κρέας ζητάνε για να βάλουνε τ’ αυγά τους. Δεν έχουνε κανένα όφελος. Κι όμως δε σε αφήνουνε να κοιμηθείς μόνον από κακία. Το κακό για το κακό! Δεν θέλουνε να μπει ξένος στο βασίλειό τους!
Αρπάζεις μια πέτρα κι αρχίζεις να τα κυνηγάς και να τα σκοτώνεις. Άδικα χάνεις τον κόπο σου! Φεύγουν και ξανάρχονται γρηγορότερ’ από την πέτρα. Κι αν σκοτώσεις ένα, ξανανασταίνεται…
Κουμπώνεσαι από πάνου ως κάτου και καρφιτσώνεις σφιχτά τα μανίκια σου για να μην μπορεί να μπει ο δαίμονας. Αλλά τον έκλεισες μέσα…
Αντίκρα η θάλασσα σιωπά· οι γλάροι ακινητούνε στο κύμα σαν κέρινοι· ο ουρανός χάσκει σαν άβυσσο χωρίς αχό. Όλα κοιμούνται αδιάφορα, ανελέητα, ληθαργικά. Και μόνο το μερμήγκ’, η μύγα κι ο ήλιος αγρυπνούνε…
‒ Υπομονή! Θα κοιμηθούμε όλοι στο τέλος της τετραετίας!…
‒ Άμποτε! «Είναι γλυκύς ο θάνατος, ‒ μόνον όταν κοιμώμεθα…» είπε κι ο Κάλβος.
Μυρμηγκοφοβικό, αποδοκιμάζω.
