Η εκτέλεση της Ελένης Παπαδάκη και 37 ανδρών της Χωροφυλακής στα διυλιστήρια της Ούλεν..


………………………………………………
Απόσπασμα από την δίκη για την εκτέλεση της Ελένης Παπαδάκη και 37 ανδρών της Χωροφυλακής στα διυλιστήρια της Ούλεν, που συγκλόνισε την Ελλάδα.
[…] Πρόεδρος: Πώς τους σκοτώνανε;
Κουκούτσης: Ο Τζογανάκης μου είπε ότι ο Ορέστης τους έδωσε το τσεκούρι. Χτύπαγε ο Τζογανάκης με την ανάποδη του τσεκουριού στο πίσω μέρος του κεφαλιού τον εκτελούμενο. Ύστερα τον πέρνανε δύο της πολιτοφυλακής και τον πηγαίνανε πιο πέρα όπου τους έσφαζε αποτελειώνοντάς τους ο αντάρτης Μπάμπης. Έτσι εκτελεστήκανε όλοι οι χωροφύλακες.
[…]Ήταν 9 Δεκεμβρίου. Κατά τις 8 το βράδυ ήρθε ο Ορέστης με πέντε πολιτοφύλακες.
Μού είπε: Τώρα θα φέρουνε έναν- έναν αυτούς που έχουν καταδικασθή εις θάνατο από το λαϊκό δικαστήριο. Θα κάνης ό,τι σε διατάξω. Έναν-έναν θα τον φέρνουνε εδώ και θα του δίνουν διαταγή να καθίση για να βγάλη τα παπούτσια του. Τότε εσύ θα τον κτυπάς στο πίσω μέρος του κεφαλιού καθώς θα σκύβη με την ανάποδη του τσεκουριού. Αν δεν το κάνεις, θα σε εκτελέσω εσένα. Μου είπε ακόμη ότι ήταν προδότες και όργανα των Ες-Ες. Και μου ‘δωκε το τσεκούρι.
Πρόεδρος: Πώς γινόταν η εκτέλεσις;
Τζογανάκης: Έπαιρναν έναν-έναν από το κρατητήριο. Τον πηγαίνανε στον Ορέστη. Αυτός με άλλους πολιτοφύλακες τον έγδυναν. «Γδύσου, του λέγανε για να φας ένα ξύλο αντάρτικο». Ύστερα τον οδηγούσανε στο μέρος που βρισκόμουνα εγώ. Δηλαδή καμιά δεκαριά μέτρα πιο δω από το λάκκο. Εκεί του λέγανε: «Βγάλε τα παπούτσια σου». Καθώς έσκυβε αυτός να βγάλη τα παπούτσια του εγώ που βρισκόμουνα πίσω του τον χτύπαγα με το τσεκούρι στο κεφάλι. Σωριαζότανε κάτω. Τότε τον έπαιρναν δύο πολιτοφύλακες. Ο ένας από τα πόδια, ο άλλος από τους ώμους και τον πηγαίναμε κοντά στον λάκκο. Εκεί τον παραλάβαινε ο Μπάμπης και του έκοβε τον λαιμό με το μαχαίρι. Ύστερα τον ρίχνανε στον λάκκο.
Πρόεδρος: Εσύ πόσους σκότωσες με το τσεκούρι.
Τζογανάκης: Εικοσιοχτώ.
Πρόεδρος: Μόνος;
Τζογανάκης: Μόνος.
[…]Πρόεδρος: Εσύ δεν χτύπησες κανένα;
Μακαρώνας: Όχι.
Πρόεδρος: Την Παπαδάκη εσύ την σκότωσες;
Μακαρώνας: Μάλιστα. Εγώ την σκότωσα. Μου δώσανε να την χτυπήσω με το τσεκούρι. Δεν μπόρεσα όμως και την σκότωσα με το πιστόλι. Δεν θυμάμαι πόσες σφαίρες της έριξα. Μία ή δύο. Την εκτέλεση αυτή την έκανα γιατί με απείλησε και με εξανάγκασε ο Ορέστης.


Ξενοφών Μπρουντζάκης