Μιὰν ἀστραπή ’ναι ἡ λύτρωση τοῦ ἀνθρώπου·
κι ὁ νιὸς ποὺ μὲς στὴ σάρκα ἐλιγοψύχα,
τὰ δακρυσμένα μάτια σήκωσε ὅπου
πολύ πικρή κι ἀθάνατη λαχτάρα
τὸν ἔρμο νοῦ τραβάει τοῦ στρατοκόπου.
Κι ὡς κοίταξε, ἄστρο, μὲ ἄλαλη τρομάρα
νὰ χύνεται θωράει κατάκορφά του,
δάκρυ χοντρὸ μὲς στὴ γλαυκὴν ἀντάρα
τοῦ Θεοῦ, καὶ νὰ κυλάει στὰ μάγουλά του.
Τρομάζει ὁ νιός, θρηνάει ὁ Θεός, τὸ νιώθει
στὴ σιγαλιὰ τ ̓ οὐρανικοῦ μαντάτου.
Τὴ μοίρα του στενάζοντας ἀμπώθει
στ’ ἀγκαθερὰ τοῦ λυτρωμοῦ του φρένα
ἄδετοι ἀνθοὶ μαδῆσαν ὅλοι οἱ πόθοι,
κι ἔγειρε ἀργὰ τὰ στήθια τὰ θλιμμένα·
σὰν ἀηδόνι ποὺ σὲ νυχτιὰ ἀνοιξιάτα
τὴν ὥρα ποὺ κελάηδα ἐπνίχτη, ὠιμένα!
στις μυρωδιὲς καὶ στ ̓ ἀνθισμένα βάτα.

(1937)
ΝίκοςΚαζαντζάκης