Πότε να κάμει ξεστεριά, πότε να φλεβαρίσει,
να πάρω το ντουφέκι μου, το περδικόπανό μου,
και ν’ ανεβώ στον Ομαλό, στη στράτα τω Μουσούρω,
να στέσω το καλύβι μου στον καθαρόν αέρα,
και πότε λίγο χαμηλά να κάνω μια σπεράδα,
να βρω δικούς και αδερφοχτούς, ψωμί, κρασί να φέρουν,
κι ά λάχει οχθρός, να παίζομε σημάδι με σημάδι,
να κάμω μάνες δίχως γιους, γυναίκες δίχως άντρες,
κι ας κάμω και την αγαπώ τα μαύρα να φορέσει.
Το περδικόπανό μου, αντί “την όμορφη πατρόνα”.
Σπεράδα είναι το πέρασμα, η περασιά (η επίσκεψη).
Αντίθετα με τη γνωστή εκδοχή, που ξεχειλίζει εκδίκηση, εδώ ο τραγουδιστής θέλει απλά ν’ ανέβει ψηλά στο βουνό, στη μοναξιά, να στήσει μια καλύβα και να ζει με το κυνήγι. Και κάπου κάπου να κατεβαίνει χαμηλότερα, ίσως σε κανένα μιτάτο ή χωριό, να βρίσκεται με “δικούς κι αδερφοχτούς” για την ιερή διαδικασία του συναπαντέματος που περιέχει ψωμί, κρασί και κοινή ευωχία. Αλλά, επειδή μπορεί να τον πετύχει εχθρός και όχι φίλος, τότε το λόγο θα έχουν τα ντουφέκια, επί ίσοις όροις: σημάδι με σημάδι. Που σημαίνει, για τον τραγουδιστή, ότι μπορεί να σκοτώσει αυτός, αλλά μπορεί και να σκοτωθεί και να κάνει αυτήν που αγαπά να φορέσει τα μαύρα.
Πάντα σκληρές οι συνθήκες, αλλά με ισορροπημένο αίσθημα και έκφραση.

Η φωτογραφία, σύμφωνα με τον Ορειβατικό Σύλλογο Ηρακλείου, απεικονίζει τη Στράτα των Μουσούρων.
Πηγή: Αποστολάκης 1993