Η Νάρτα και το Σβερέτσι ήταν ελληνικός θύλακας — με τρόπο που δεν ήταν ποτέ η Χιμάρα και οι Άγιοι Σαράντα.
Δίνω τον τελευταίο λόγο σε ντόπια. Από το άρθρο του Κυριαζή:
Εγώ με λέγνε Θανασούλα Σ̌τέτο. Είμαι ογδόντα εννιά. Τς πέντε τ’ Απριλιού σώνω τα ογδόνταννιά και μπαίνω τα νενήντα.
Ου πατέρας μου γέρασε εκατόν δύο χορνών. … Μονέ χωρς γναίκα. Τ’ απέθανε η γναίκα γλήγορα. Η γυναίκα τόκαμε δεκαέξ᾽ τέκνα. Εγώ έκαμα εφτά τέκνα…. Κείνα τα χρόνια έκαναν πολλά τέκνα. [Γιατί;] Δεν ηξεράνε. Δεν τοjξεράνε. Χάλευε γιατρικό η μάνα μου, όπως ήλεγε ι πατέρας μου. Όπως μας-ού-λεγε. «Βρες λίγο ιλιάτς̌ να μη κινήσω βαριά πλιά… Λεγάν βαριά το έγκυος.
Μες στον bατέρα μου έκατσα ίσ̌αμ τα δεκαεννιά χορνών. Δεκαεννιά χορνών με πάντρεψε. … Μούρθαν πορξενιές μακάρι, πο [αλλά] μούρθανε απ’ όξω το χωριό. Στου Ζβερέτς̌, με χαλευάνε ένας πρώτος απ’ το Ζβερέτσ̌ι…
Μ’ λέει εμένα, ταρνάξου λίγο, μωρ’ κοπέλα, μ’ λέει μένα ‘υτός. Να σε ιδούμε λίγο. Ταράχτκα εγώ. Πού έν’ ι πατέρας, λέει.
Είχαμ ένα αμπέλι στην Παναγιά. Μέγα αμπέλι. … Τόχει ι Δήμος τώρα. Ικεί δούλευαμ. Δεν πήγε αλλούθε π’ τ’ αμπέλι μου. Δεν τσι βγάνω τς τσ̌ούπρες, ήλεγε ι πατέρας μου, χώρια απ’ το πράμα μου. Πήγαιναμ στο πράμα μας, μέρα-νύχτα εκεί. Στάρι έκανε, μίσιρ έκανε, καλαμπόκι το λέγμε εμείς, και ζ̌ούσαμ καλά.
Πηγή:sarantakos.world press.com