«Βογκάει ο Θεός, σπαράζει την καρδιά και μου φωνάζει: Βόηθα! Πηδάει ο Θεός από τα μνήματα δεν τον χωράει το χώμα!Πλαντάει ο Θεός στα ζωντανά, με οργή τα λαχπατάει και πάει!Ολα τα ζωντανά δεξά ζερβά πιστοί του παραστάτες!Αγάπα πια τον έρμο άνθρωπο, γιατί ‘σαι συ, παιδί μου!Αγάπα πια τα ζα και τα φυτά, γιατί ’σουν συ, και τώρα στην άγρια μάχη σε ακλουθούν, πιστοί συντρόφοι σου και δούλοι. Αγάπα αλάκερη τη γης, νερά και χώματα και πέτρες· απάνω τους κρατιούμαι μη χαθώ, κι άλλο δεν έχω!Ν’ αρνιέσαι τις χαρές, τα πλούτη σου, τις νίκες πάσα μέρα!Δεν είναι η πιο τρανή αρετή στη γης ελεύτερος να γίνεις, παρά άσπλαχνα, άγρυπνα, ακατάλυτα, να θες ελευτερία!Και το στερνό το βράχο αρπάει και μια χαράζει ορθή σαγίτα με διψασμένο το ραμφί να ορμάει ψηλά, κατά τον ήλιο· βουβή η στερνή εντολή τινάζουνταν μέσα στην άδεια πέτρα, κι ο δοξαράς εχάρη ως να ‘ριχνε στον ήλιο την ψυχή του!»Ν Καζαντζάκης , Οδύσσεια
