Ακόμη και για εμάς που είμαστε απλοί θεατές, η έκβαση του παιχνιδιού έχει αρχίσει πια να ξεκαθαρίζει. Η ελληνική πλευρά μοιάζει να χάνει τελικά στα σημεία, κι όπως δείχνουν τα πράγματα σήμερα, οι Γερμανοί θα υποχρεώσουν την Ελλάδα να εφαρμόσει ένα ακόμη υφεσιακό πρόγραμμα. Παράλληλα θα επιβάλουν στην Ευρώπη για άλλη μια φορά τη συντηρητική τους οικονομική πολιτική. Μια πολιτική, που πέρα από το ότι έχει φέρει τις χώρες της περιφέρειας στα όρια των οικονομικών τους αντοχών, έχει αποτύχει στα κυριότερα στοιχήματα που θα έπρεπε να είχε κερδίσει μια σύγχρονη πολιτική, όπως παραδείγματος χάριν να προστατέψει την Ένωση και το νόμισμα της από την μετάδοση των παγκόσμιων κρίσεων.Όπως έχω πρόσφατα γράψει, η ελληνική αντιπροσωπεία, και προσωπικά ο πρωθυπουργός, επέλεξαν έναν θεαματικό μεν αλλά ανορθόδοξο δε, τρόπο για να διαπραγματευτούν κι έκαναν σημαντικά λάθη τακτικής. Έδωσαν υπέρμετρη έμφαση στην εσωτερική απήχηση των διαπραγματευτικών θέσεων και συγκεντρώθηκαν λιγότερο στο ζητούμενο που ήταν να πεισθούν οι εταίροι να χαλαρώσουν την δημοσιονομική πίεση. Η Ελλάδα έχασε συμμάχους, χρόνο, αξιοπιστία και βρέθηκε στην κόψη του ξυραφιού για μήνες. Όμως αυτή τη φορά, προσπάθησε. Ο κ. Τσίπρας έκανε κάτι που κανείς προκάτοχος του δεν σκέφτηκε να κάνει: ακολούθησε την εντολή που πήρε από το εκλογικό σώμα, να διαπραγματευτεί για μια καλύτερη λύση. Μπορεί να μην πέτυχε, αλλά η προσπάθεια έγινε.Έχω γράψει ήδη πολλές φορές πως σε μια διαπραγμάτευση δεν μπορείς να κερδίσεις κάτι αν πρώτα δεν είσαι διατεθειμένος να το χάσεις. Έτσι ακριβώς το διδάσκω στους φοιτητές μου στις αρχές της Θεωρίας Παιγνίων θέλοντας να τους κάνω καταρχάς να καταλάβουν πως σε μια διαπραγμάτευση πάντοτε υπάρχει η προοπτική της ρήξης. Αν δεν υπάρχει, τότε αυτό που διεξάγεται δεν είναι διαπραγμάτευση, είναι απλή συναλλαγή: «ποσό κάνει, τόσο, ορίστε, ευχαριστώ, γεια σας». Γι αυτό το λόγο, σε μια ορθολογική διαπραγμάτευση δεν χωρά η έκφραση «θέλω κάτι πάση θυσία», η όποια όμως χρησιμοποιήθηκε πολλάκις και από την κυβέρνηση αλλά ιδίως από την αντιπολίτευση. Σε μια διαπραγμάτευση από την έκβαση της οποίας είναι πιθανόν να κερδίσουν όλοι, η κάθε μεριά εκτιμά την διαπραγματευτική της δύναμη σε σχέση με αυτή του αντίπαλου και ορίζει μια στρατηγική η όποια ενέχει και κάποια (μικρή κατά κανόνα) πιθανότητα ρήξης. Στην διαπραγμάτευση του Ελληνικού ζητήματος η Ελλάδα ρίσκαρε όπως αναμενόταν τη ρήξη. Το ίδιο όμως έκαναν και οι εταίροι. Το ίδιο θα έκανε ο καθένας που διατίθεται να διαπραγματευτεί πραγματικά και όχι να παραδοθεί με κατεβασμένα τα χέρια.Η αλήθεια είναι πως το έργο της ελληνικής διαπραγματευτικής ομάδας έκανε πιο δύσκολο και η αντιπολίτευση με το να προβάλει διαρκώς κι αποσπασμένα την πιθανότητα της ρήξης και τις συνέπειες της. Είναι αδύνατον να διαπραγματευτείς όταν έχεις διπλά σου κάποιον να λέει συνεχώς σε εσένα και τους αντίπαλους ποσό απεγνωσμένα χρειάζεσαι μια συμφωνία, πως οδηγείς τα πάντα σε καταστροφή, πως δεν έχεις σχέδιο και πως πρέπει να συμφωνήσεις γρήγορα σε οτιδήποτε σου προσφερθεί. Μπροστά σε αυτό το σκόπελο της ιστορίας, οι Έλληνες πολιτικοί έκαναν ξανά την λάθος επιλογή ανάμεσα στο εθνικό και το κομματικό συμφέρον. Και οι μεν και οι δε απέτυχαν να γεφυρώσουν τις διαφορές τους για το καλό της χώρας, και η Ελλάδα σ’ αυτή τη δύσκολη στιγμή κάθισε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων για μια ακόμη φορά διχασμένη.Για κάποιον ο όποιος βλέπει τα πράγματα χωρίς κομματικά πρίσματα και πιστεύει πως όλες οι πολιτικές δυνάμεις έχουν τη χρησιμότητα τους σε μια δημοκρατία, είναι φανερό πως διαχρονικά το μεγαλύτερο παράδοξο σε αυτή τη κατάληξη βαρύνει τον κ. Σαμαρά και το κεντροδεξιό κόμμα. Εκ των πραγμάτων, ο Αλέξης Τσίπας, έπαιξε το παιχνίδι «εκτός έδρας». Μια αριστερή κυβέρνηση κλήθηκε από τον λαό να διαπραγματευτεί με μια Ευρώπη που μιλά αυστηρά τη δεξιά διαλεκτό με αποτέλεσμα τον περισσότερο χρόνο η λύση να βρίσκεται χαμένη στην μετάφραση. Αυτό συνέβη διότι η ηγεσία της κεντροδεξιάς παράταξης που μιλούσε την ιδία γλωσσά με τους δανειστές και απολάμβανε περισσότερο της εμπιστοσύνης τους, αρνήθηκε να επιτελέσει τον ρολό της. Αν και πήρε την ιδία ακριβώς εντολή το 2012, να διαπραγματευτεί, προτίμησε να συνθηκολογήσει αμαχητί, παίζοντας για δυόμισι χρονιά το ρολό του αντιπρόσωπου της τρόικας στην Ελλάδα και αφήνοντας το ρολό του διαπραγματευτή γι αργότερα στον ΣΥΡΙΖΑ.Όπως όλα δείχνουν η Ελλάδα θα συνεχίσει να πορεύεται στο τούνελ της συσταλτικής οικονομικής πολίτικης και της ύφεσης χωρίς κανένα ιδιαίτερο προσδοκώμενο αποτέλεσμα στην βελτίωση της πραγματικής της οικονομίας. Το λυπηρό είναι πως η Ελλάδα δεν κατάφερε να πείσει τους εταίρους της πως έπρεπε να επιμείνουν λιγότερο στις περικοπές και περισσότερο στις μεταρρυθμίσεις. Όπως δεν κατάφερε να τους πείσει και για κάτι ακόμη πιο σημαντικό. Πως αν αυτή η κυβέρνηση αποτύχει να δώσει διέξοδο στην ανθρωπιστική κρίση που μαστίζει την ελληνική κοινωνία, πίσω της έρχεται το πραγματικό… σκοτάδι.*Ο Κοσμάς Μαρινάκης είναι Επ. Καθηγητής Οικονομικής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Μόσχας
