υπέρ του Αγίου Οικουτούτου
ένα απόσπασμα από το βιβλίο «Αρβανίτικο λεξικό» του Κωνσταντίνου Τσοπάνη, που έχει ως αντικείμενο μερικές παρεξηγήσεις που έκαναν οι αρβανίτες παπάδες που θα ήξεραν νέα ελληνικά αλλά δεν μπορούσαν να καταλάβουν τη γλώσσα της εκκλησίας.Τέτοιες παρερμηνείες βέβαια έκαναν και κάνουν και οι φυσικοί ομιλητές της ελληνικής. Είναι γνωστή η εύθυμη ιστορία με τις κυρούλες που ακούγοντας την ευαγγελική περικοπή και λαβών [ο Ιησούς] άρτον ευχαριστήσας έκλασεν… αναφώνησαν, κάνοντας τον σταυρό τους, Μόσκος το πορδάκι σου, Χριστέ μου! Αλλά και η έκφραση «περνάει ζωή χαρισάμενη» από παρερμηνεία του «και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος» προέρχεται, και οι παρεξηγήσεις είναι αμέτρητες και θα συνεχίζονται στον αιώνα τον άπαντα μια και δεν φαίνεται πιθανό να στέρξει η εκκλησία να μεταφράσει τα ιερά κείμενα στα ελληνικά, αφού είναι γραμμένα στα ελληνικά -όπως και σε άλλα, έτσι και σ’ αυτό θα μάθουμε να ζούμε με το κόκαλο στο λαιμό, αφού ούτε να το καταπιούμε μπορούμε ούτε να το βγάλουμε.Οι αρβανίτες της ιστορίας ίσως θα είχαν έναν λόγο παραπάνω να ζητήσουν τα ιερά κείμενα στη γλώσσα τους, αλλά βέβαια η επίσημη Ελλάδα δεν δεχόταν με μεγάλη ευχαρίστηση την ύπαρξη άλλων γλωσσών στον ελλαδικό χώρο. Δίνω τον λόγο στον Κ. Τσοπάνη:Οι Αρβανίτες των Μεσογείων, καθώς και το Αρβανίτικο στοιχείο της Ελλάδος εν γένει, τελούσε για αιώνες ακατήχητο θρησκευτικώς και ανίδεο εκκλησιαστικώς. Και για να εξηγούμαστε, δεν εννοούμε πως δεν θρήσκευε, αφού είχε βαθειά θρησκευτικότητα, αλλά πως δεν γνώριζε κατ’ ουσίαν το τι πίστευε αφού υπήρχε το βασικό εμπόδιο που ήταν η γλώσσα.Από τον δέκατο τρίτο αιώνα που άρχισαν να κατεβαίνουν στην κυρίως Ελλάδα και να προνοιάζονται στη γη της Αττικής, μέχρι και τη δεκαετία του 1970 περίπου, οι πρόγονοι και οι παππούδες μας ακόμα δεν καταλάβαιναν καν τι άκουγαν στην εκκλησία κατά την τέλεση της Θείας Λατρείας και των διαφόρων ακολουθιών. Εντύπωση αλγεινή προκαλεί δε το γεγονός πως τόσοι ιερείς αλλά και αρχιερείς ανά τους αιώνες, δεν φρόντισαν ώστε να μεταφράσουν τα λειτουργικά κείμενα στα Αρβανίτικα, όχι φυσικά για λειτουργική χρήση, αφού κάτι τέτοιο ήταν αδιανόητο ούτως ή άλλως, αλλά απλώς για να καταλάβει ο κόσμος τι έψαλλε στην εκκλησία και τι έλεγε στις προσευχές του. Κι αφού κανείς μεγαλόσχημος και μορφωμένος δεν μπήκε στον κόπο να κάνει κάτι τέτοιο, ο λαός συνέχισε να θρησκεύει «ου κατ’ επίγνωσιν» με αποτέλεσμα να εμφανίζονται συμβάντα ενδεικτικά της θρησκευτικής άγνοιας του λαού όπως η περιφορά «της κάρας της αγίας τριάδας» σε χωριό της Λειβαδιάς, τον αρβανίτη παππά που μνημόνευε για δεκαετίες «υπέρ του Αγίου Οικουτούτου» νομίζοντας ότι πρόκειται για κάποιον ξεχωριστό άγιο, της Κερατιώτισσας γιαγιάς που ευχόταν χρόνια πολλά στον μπάρμπα Βαγγέλ Ρώμα, αφού καίτοι δεν ήταν ημέρα του Ευαγγελισμού, αυτή άκουσε τον παππά στην εκκλησία να λέει «του Αγίου Ευαγγελίου» και άρα γιόρταζαν οι Βαγγέληδες και πολλά άλλα. Μεταξύ αυτών, χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό που συνέβη κατά την κηδεία ενός Σαρακατσάνου στα Λεγραινά, όπου πήγε να τελέσει την ακολουθία ο περίφημος παπα-Χαντζάρας από την Κερατιά. Ο εν λόγω παλαιός κληρικός, είχε αποκτήσει αυτό το καθόλου εύηχο παρατσούκλι, λόγω της συνήθειας που είχε να κυκλοφορεί με ένα χαντζάρι περασμένο στη ζώνη «για ασφάλεια», όπως έλεγε ο ίδιος. Καθώς Αρβανίτες και Βλάχοι – Σαρακατσαναίοι, δεν πολυχωνεύονταν, βλέποντας ο παπάς τον νεκρό βοσκό δεν κρατήθηκε και μπήκε στον πειρασμό παραφράζοντας το τροπάριο, να του ψέλνει στα Αρβανίτικα «ε, τι φάρα κερατάj σα δι κε βjέδουρ; Αλληλούια» (ε εσύ φάρα του κερατά, πόσα γίδια έχεις κλέψει;) Τότε ο Κερατιώτης ψάλτης, φοβούμενος μήπως τους πάρουν χαμπάρι, άρχισε να ψάλλει επίσης προειδοποιητικά στα Αρβανίτικα «π’σο΄μπαρμπάτσομ πρίφτ, γκαψέ ντο χαμό κοπάρ κ’ του αλληλούια!» (Σώπα μπαρμπα παπά γιατί θα φάμε ξύλο εδώ, Αλληλούια.) Κι οι Σαρακατσάνες, με τον δικό τους καημό, συμπλήρωναν μοιρολογώντας «κλάφτουν παπά μ’ κλάφτουνα, τι ήταν νιός κι παλκάρ και πέθαν απου ανιμοβλογιά!» ……πού και πού λίγο αληθεια δε βλάπτει.* Το ρήμα «προνοιάζομαι» που είδαμε στην αρχή, σημαίνει «εγκαθίσταμαι ως έποικος σε μια περιοχή απολαμβάνοντας ειδικά προνόμια, π.χ. απαλλαγή από τη φορολογία για ένα διάστημα.
