Δημήτρης Κανελλόπουλος
ΑΦΙΞΙΣ
Λαθραῖα μπῆκα στὸν κόσμο.
Ἦρθα ἀπὸ τὴν Πέρα Μεριά.
Περαμερίτης κι ὁδοιπόρος χωρὶς χαρτιά·
κι αὐτὸς ὁ χωρομέτρης
ποὺ ὁρίζει τὸν ἴσκιο
τοῦ καθένα,
δὲν ἤθελε μὲ τίποτα νὰ δώσει
τὸ κατιτὶς παραπάνω. Ὄχι
πὼς ἐπέμειναν οἱ δικοί μου,
νὰ κάνει μιὰ τέτοια παραχώρηση!
Ὄχι!
Μονάχα ἡ τρανὴ εἶπε κάτι σάν,
καλή του ὥρα τὸ παιδάκι…
Ὅμως κανένας δὲν τὴν ἄκουσε πού,
ἦταν κι αὐτὴ φερτὴ
ἀπὸ τὸν ἴδιο τόπο καὶ κανεὶς
δὲν ἤθελε νὰ τὴν ἀκούσει…
Σκληρὴ ζωὴ
ὅταν δὲν ἔχεις τόπο ν’ ἀνασάνεις·
μοιάζεις μὲ ψέμα…
