Γραμμένο μετά το «Κόκκινο και το Μαύρο» και ποτισμένο από μια μελαγχολική νοσταλγία, το «Μοναστήρι της Πάρμας» παρακολουθεί τα έργα και τις ημέρες ενός ενθουσιώδη κι ενίοτε αφελούς ήρωα, του Φαμπρίτσιο ντελ Ντόγκο, από την ημέρα της σύλληψής του ως την ημέρα του θανάτου του
Ο Σταντάλ, αφού περιγράψει ρεαλιστικά την πανωλεθρία του Βοναπάρτη μέσα από την οπτική γωνία ενός «κομπάρσου», μεταφέρει τη δράση του μυθιστορήματος στην Πάρμα ζωντανεύοντας αριστοτεχνικά τις πολιτικές ραδιουργίες που υφαίνονται σ’ αυτήν την μικρή ηγεμονική Αυλή, την ώρα που η Ιταλία έχει κολλήσει για τα καλά το μικρόβιο της εξέγερσης και αποζητά τον αέρα της ελευθερίας.

Πόσοι από τους συγγραφείς μπόρεσαν να ’χουν σε τούτη τη ζωή τις χαρές και τις απολαύσεις της και να εξασφαλίσουνε και την υστεροφημία… Οι πολλοί οδεύουν τα κακοτράχαλα μονοπάτια της Δόξας και τους απότομους γκρεμνούς της χωρίς ποτέ να φτάσουν στην κορυφή της, χωρίς ποτέ το μακρινό και απατηλό λυχνάρι της να θερμάνει την ανήσυχη και ματωμένη καρδιά τους. Ένας απ’ αυτούς είναι και ο Σταντάλ
