Απόσπασμα από το άρθρο του Νίκου Σαραντάκου ,
Τρεις κι ο κούκος τέσσερις………. |
κούκος είναι γκρίζο πουλί που ζει στα δάση και έχει πολύ χαρακτηριστική “ηχηρή” φωνή, που αποδίδεται γραπτά ως “κούκου”. Εξαιτίας της φωνής αυτής, χρησιμοποιήθηκε στα ρολόγια τοίχου της παλιάς εποχής με το εκκρεμές, που είχαν κι έναν ξύλινο κούκο να βγαίνει από το ρολόι και να σημαίνει τις ώρες.Από τη φωνή άλλωστε ονομάστηκε και το πουλί, κούκος από το κούκου. Οι αρχαίοι το έλεγαν κόκκυγα, και η ονομασία αυτή επιβιώνει στο επίσημο ζωολογικό όνομα του πουλιού (Κόκκυξ ο ωδικός, της οικογένειας των κοκκυγιδών) αλλά κατά τα άλλα όταν εμείς λέμε κόκκυγας εννοούμε εκείνο το οστό στην άκρη της σπονδυλικής στήλης που θεωρείται υπόλειμμα της ουράς που χάσαμε -και που αν τύχει και πιάσουμε κύστη εκεί μάς πονάει αφόρητα. Το εν λόγω κοκκαλάκι το ονόμασαν κόκκυγα οι αρχαίοι επειδή, λέει, έμοιαζε με το ράμφος του πουλιού, του κούκου.Ο κούκος εκτός από χαρακτηριστική φωνή έχει τη συνήθεια να μη φτιάχνει δική του φωλιά αλλά να γεννάει τα αυγά του σε ξένες φωλιές, όταν λείπει ο νοικοκύρης, πετώντας μάλιστα κάτω ισάριθμα αυγά του νόμιμου κατοίκου της φωλιάς -αυτό λέγεται αναπαραγωγικός παρασιτισμός, και περισσότερες λεπτομέρειες αναφέρει το καλογραμμένο και εκτενές άρθρο της Βικιπαίδειας.Είτε εξαιτίας αυτής της συνήθειάς του είτε επειδή δεν πετάει σε σμήνος, ο κούκος έχει θεωρηθεί το σύμβολο της μοναχικότητας. Για έναν άνθρωπο που είναι μόνος και έρημος, λέμε ότι είναι κούκος ή απόμεινε κούκος ή μονάχος σαν τον κούκο -λέγεται η φράση συχνά για κάποιον ηλικιωμένο που έχει χάσει τον σύντροφό του και που δεν έχει παιδιά ή τα παιδιά του ζουν αλλού. Νομίζω πως και το παιχνίδι της πόκας “κούκος μονός” λέγεται έτσι επειδή το αρχικό φύλλο μπαίνει στη μέση πάνω στο τραπέζι μόνο του, σαν τον κούκο -πρέπει να είναι το μοναδικό παιχνίδι όπου συμβαίνει κάτι τέτοιο.Κούκος λέγεται επίσης ένα είδος σκούφου, ίσως από το χρώμα. Αλλά ο κούκος είναι πουλί προνομιούχο από λαογραφική-λεξικογραφική και παροιμιολογική άποψη -θυμηθείτε, ας πούμε την παροιμία “ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη”, διότι ο κούκος είναι το πρώτο πουλί που προαναγγέλλει την άνοιξη, ο πρώτος των λοιπών πτηνών ημίν το έαρ αγγέλλων. Και σε πολλά μέρη υπάρχει η πρόληψη ότι δεν είναι καλό να ακούσεις νηστικός το πρωί το λάλημα του κούκου διότι “θα σε κομπώσει ο κούκος”.Κι επειδή το λάλημα του κούκου είναι ηχηρό αλλά όχι μελωδικό, λέμε “του κόστισε ο κούκος αηδόνι” για κάτι που κοστίζει πολύ περισσότερο από την πραγματική του αξία.Αλλά δεν θα εξαντλήσω τα λεξιλογικά κτλ. του κούκου. Θα σταθώ περισσότερο στην έκφραση “τρεις κι ο κούκος”, που χρησιμοποιείται για να δηλώσουμε ότι σε κάποιον χώρο βρίσκονται (ή προσήλθαν) πολύ λίγοι. Είναι έκφραση αρκετά διαδεδομένη και ζωντανή, χρησιμοποιείται δε συχνά στη δημοσιογραφία για να ειρωνευτεί τη χαμηλή προσέλευση κοινού σε δημόσια εκδήλωση, ιδίως σε πολιτική συγκέντρωση -ας πούμε, Τρεις κι κούκος στη Νομαρχιακή συνέλευση της ΝΔ.Η δημοτικότητα της έκφρασης φαίνεται και από το ότι έχει χρησιμοποιηθεί ως ελληνικός τίτλος ξένου θεατρικού έργου, ως ονομασία μεζεδοπωλείου και ως όνομα μουσικού συγκροτήματος. Επίσης, μια από τις πειραγμένες παροιμίες είναι: Μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, τρεις κι ο κούκος.Ο Νεοκίντ είχε υποθέσει ότι ο Νατσούλης θα είχε μιαν ευφάνταστη εξήγηση για την προέλευση της έκφρ. “τρεις κι ο κούκος”, και μάντεψε σωστά. Κατά τον Νατσούλη, κάποια ληστοσυμμορία στον καιρό του Όθωνα κυκλώθηκε από καταδιωτικό απόσπασμα. Όταν οι διώκτες τους τούς κάλεσαν να παραδοθούν, εκείνοι παραδόθηκαν, λέει. Και σε ερώτηση του επικεφαλής του αποσπάσματος “Πόσοι είσαστε;” εκείνοι απάντησαν “Τρεις, τρεις κι ο κούκος [δηλαδή ο σκούφος] του καπετάνιου”…….
