Γιατί ο καπιταλισμός δεν αρέσει στους διανοούμενους – Μέρος 2ο

Γιατί ο καπιταλισμός δεν αρέσει στους διανοούμενους - Μέρος 2ο

Του Rainer Zitelmann 


Η εσφαλμένη ανωτερότητα της ρητής μάθησης

Είναι κατανοητό το γεγονός ότι οι διανοούμενοι τείνουν να εξισώνουν την απόκτηση της γνώσης με την ακαδημαϊκή εκπαίδευση και τη μάθηση από βιβλία. Η ψυχολογία της εκπαίδευσης χρησιμοποιεί το όρο “ρητή γνώση” γι’ αυτό το είδος της γνώσης που αποκτάται μέσω της “ρητής μάθησης”. Υπάρχει όμως και ένα διαφορετικό είδος γνώσης, η “άρρητη γνώση” που αποκτάται μέσω της “άρρητης μάθησης”. Αυτή είναι πολύ πιο αρχέγονη και συχνά πιο ισχυρή, μολονότι πολλοί διανοούμενοι αγνοούν την ύπαρξή της. Οι έρευνες στο επιχειρηματικό πεδίο έχουν καταδείξει ότι αυτός είναι ο τρόπος απόκτησης γνώσης για την πλειονότητα των επιχειρηματιών.

Ο γεννηθείς στην Ουγγαρία, Βρετανός φιλόσοφος Michael Polanyi διατύπωσε την έννοια της “υπόρρητης γνώσης” (tacit knowledge) όταν έγραψε τον περίφημο αφορισμό “μπορούμε να ξέρουμε περισσότερα απ’ όσα μπορούμε να πούμε” στο βιβλίο του The Tacit Dimension (1966). Με άλλα λόγια, η μάθηση δεν είναι αναγκαστικά το αποτέλεσμα μιας συνειδητής και συστηματικής απόκτησης γνώσης, αλλά συχνά το αποτέλεσμα ασυνείδητων, υπόρρητων μαθησιακών διαδικασιών. Αυτό είναι ένα επιχείρημα που είχε προηγουμένως υπογραμμίσει ο οικονομολόγος και νομπελίστας Friedrich August von Hayek.

Η υπόρρητη μάθηση διαφέρει από τη ρητή καθώς τα αποτελέσματά της είναι δύσκολο ή και αδύνατο να καταδειχθούν με τη μορφή πιστοποιήσεων ή ακαδημαϊκών τεκμηρίων. Υπό τα πρότυπα ενός διανοούμενου, ένας επιχειρηματίας που μπορεί να μην έχει διαβάσει πολλά βιβλία ή να μην έχει διακριθεί ιδιαίτερα στο πανεπιστήμιο δεν έχει τίποτε να επιδείξει για τον εαυτό του που θα μπορούσε να συγκριθεί με ένα διδακτορικό ή έναν κατάλογο δημοσιεύσεων. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο – σε μια πλατφόρμα που αναπτύχθηκε και διοικείται από διανοούμενους – ένας καθηγητής με έναν πενιχρό κατάλογο δημοσιεύσεων έχει καλύτερες πιθανότητες να θεωρηθεί πως αξίζει να έχει ένα λήμμα στην Wikipedia από έναν επενδυτή υπεύθυνο για συναλλαγές δισεκατομμυρίων δολαρίων στην κτηματαγορά.

Οι διανοούμενοι δεν μπορούν να καταλάβουν γιατί κάποιος με “κατώτερο πνεύμα”, κάποιος που μπορεί να μην έχει καν πανεπιστημιακό πτυχίο, καταλήγει να κερδίζει τόσα περισσότερα χρήματα και να ζει σε ένα τόσο μεγαλύτερο σπίτι. Αισθάνονται ότι προβάλλεται η αίσθηση του “δικαίου” τους και συνεπώς αποδεικνύεται έτσι η πεποίθησή του ότι ο καπιταλισμός ή αγορά λειτουργούν λάθος, και πρέπει να “διορθωθούν” μέσω μιας μαζικής αναδιανομής. Αφαιρώντας από τους πλουσίους ένα μέρος του “πλούτου τους που δεν αξίζουν” οι διανοούμενοι παρηγορούνται από το γεγονός ότι, ακόμη κι αν δεν μπορούν να καταργήσουν συνολικά το βάναυσο καπιταλιστικό σύστημα, μπορούν τουλάχιστον να το “διορθώσουν” ως έναν βαθμό. 

Ο ελευθεριακός φιλελεύθερος φιλόσοφος Robert Nozick, σε ένα δοκίμιό του του 1998 θέτει το ερώτημα: “Γιατί οι διανοούμενοι αντιτίθενται στον καπιταλισμό;”. Η απάντησή του βασίζεται στην υπόθεση ότι οι διανοούμενοι αισθάνονται ανώτεροι από τα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας. Ήδη από την εποχή του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, οι διανοούμενοι μας λένε ότι η συμβολή τους στην κοινωνία είναι πολυτιμότερη από κάθε άλλης ομάδας. Αλλά από πού προέρχεται αυτή η αίσθηση ανωτερότητας;

Σύμφωνα με τον Νόζικ, ξεκινά στο σχολείο, όπου η διανοητική λαμπρότητα των “λεκτικά προικισμένων παιδιών” ανταμείβεται από τους δασκάλους με διάχυτους επαίνους και καλούς βαθμούς. Αυτό κάνει τα παιδιά αυτά να περιμένουν ότι και η κοινωνία ευρύτερα θα λειτουργεί βάσει των ίδιων κανόνων. Ιδίως στις καπιταλιστικές κοινωνίες, που υπόσχονται τη μεγαλύτερη επιτυχία για τους λαμπρότερους και τους ικανότερους, αυτές οι υποσχέσεις αξιοκρατίας υποδαυλίζουν τις προσδοκίες τους. Για κάθε παιδί όμως που υπήρξε λαμπρός μαθητής, η μετέπειτα συνειδητοποίηση ότι η οικονομία της αγοράς δεν εκτιμά εξίσου τις συγκεκριμένες αυτές δεξιότητες οδηγεί σε αισθήματα αγανάκτησης και απόρριψης που τροφοδοτούν μια διανοητική εχθρότητα προς το καπιταλιστικό σύστημα.

Ο λόγος που ο αντικαπιταλισμός μεταξύ των διανοούμενων έχει γίνει τόσο ισχυρός είναι επειδή οι επιχειρηματικές ελίτ προς το παρόν δεν μπόρεσαν να διατυπώσουν μια διανοητικώς επαρκή απάντηση. Οι διανοούμενοι που υποστηρίζουν τον καπιταλισμό – οικονομολόγοι όπως οι Λούντβιχ φον Μίζες, Χάγιεκ και Μίλτον Φρίντμαν, καθώς και μυθιστοριογράφοι όπως η Άυν Ραντ – προσπάθησαν να αναλάβουν αυτή τη μάχη που η επιχειρηματική ελίτ δεν θέλει ή δεν μπορεί να δώσει, γιατί δεν διαθέτει είτε το θάρρος, είτε τα διανοητικά μέσα και τη λεκτική ικανότητα. Αυτοί οι υποστηρικτές του καπιταλισμού όμως πάντα υπήρξαν ξένοι μεταξύ των συναδέλφων τους διανοουμένων.

Ο θαυμασμός προς τον Στάλιν και τον Μάο

Ενώ παρέμεινε μεγάλη η αντιπάθεια μεταξύ των κορυφαίων διανοούμενων του 20ου αιώνα και των υπέρμαχων του καπιταλισμού, ο θαυμασμός προς δικτάτορες όπως ο Στάλιν και ο Μάο Τσετούνγκ υπήρξε μεγάλος σε ορισμένους κύκλους. Αυτοί δεν ήταν ξένοι ή απροσάρμοστοι, αλλά μέλη της διανοητικής ελίτ, των οποίων το μίσος για τον καπιταλισμό ήταν τόσο ισχυρό που τους οδήγησε να θαυμάζουν κάποιους από τους χειρότερους μαζικούς δολοφόνους του 20ου αιώνα. Οι Γάλλοι συγγραφείς Henri Barbusse και Jean-Paul Sartre είναι μόνο δύο από τα πολλά σχετικά παραδείγματα. Ο Barbusse, του οποίου το μυθιστόρημα για τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο Le Feu (1916) έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από 60 γλώσσες και του απέδωσε ένα Βραβείο Γκονκούρ, έγραψε στη συνέχεια μια άκρως κολακευτική βιογραφία του Στάλιν, για τον οποίο λέει: “Η ιστορία του είναι μια σειρά από νίκες επί μιας σειράς τρομερών δυσκολιών. Από το 1917, ούτε ένας χρόνος από την καριέρα του δεν πέρασε χωρίς να πετύχει κάτι που θα έκανε κάθε άλλο άνδρα διάσημο. Είναι ένας ατσάλινος άνδρας. Το όνομα με το οποίο είναι γνωστός το περιγράφει αυτό: Η λέξη Στάλιν σημαίνει ‘ατσάλινος’ στα ρωσικά”.

Γράφοντας στο τεύχος του Ιουλίου του 1950 του Les Temps Modernes, ο Σαρτρ, θεατρικός συγγραφέας, ιδρυτής της υπαρξιστικής φιλοσοφίας και ένας από τους προεξάρχοντες Γάλλους διανοούμενους του 20ου αιώνα, αρνήθηκε την ύπαρξη των σοβιετικών γκούλαγκ. Επιστρέφοντας από ένα ταξίδι στη Σοβιετική Ένωση το 1954, διατύπωσε τον παράλογο ισχυρισμό ότι οι Σοβιετικοί πολίτες απολάμβαναν πλήρη ελευθερία να ασκούν κριτική στα μέτρα που εφαρμόζει το καθεστώς. Αυτό δεν μείωσε ούτε στο ελάχιστο την κολακεία που απολάμβανε ο Σαρτρ από τους συναδέλφους του διανοουμένους.

Το ίδιο ισχύει και για τον Νόαμ Τσόμσκι, έναν από τους εξέχοντες κριτικούς του καπιταλισμού στις Ηνωμένες Πολιτείες, που υποβάθμισε την έκταση των μαζικών δολοφονιών του Πολ Ποτ. Σε μια τηλεοπτική συζήτηση το 1971 με τον Τσόμσκι, ο Γάλλος φιλόσοφος Μισέλ Φουκώ, ένας από τους σημαντικότερους υποστηρικτές του μεταδομισμού και ιδρυτής της ανάλυσης λόγου, εξέφρασε την οργή του έναντι της καπιταλιστικής ελίτ: “Το προλεταριάτο δεν διεξάγει πόλεμο έναντι της κυρίαρχης τάξης διότι θεωρεί ότι ο πόλεμος αυτός είναι δίκαιος. Το προλεταριάτο διεξάγει πόλεμο έναντι της κυρίαρχης τάξης διότι, για πρώτη φορά στην ιστορία, θέλει να καταλάβει την εξουσία. Όταν το προλεταριάτο καταλάβει την εξουσία, είναι πολύ πιθανό να ασκήσει έναντι των τάξεων επί των οποίων θα έχει θριαμβεύσει μια βίαιη, δικτατορική ή και αιματηρή εξουσία. Δεν μπορώ να δω τι ένσταση θα μπορούσε να εγερθεί έναντι αυτού”.

Συνιστά ένα τραγικό παράδοξο το γεγονός ότι οι διανοούμενοι – που συνήθως ξεκινούν ως οι σχεδιαστές, οι δημιουργοί ή τουλάχιστον οι βασικοί υποστηρικτές αντικαπιταλιστικών συστημάτων (που σε πάρα πολλές περιπτώσεις είναι βίαιες δικτατορίες) σχεδόν πάντα καταλήγουν μεταξύ των θυμάτων αυτών των καθεστώτων.

Σε κάθε περίπτωση, ο αντικαπιταλισμός όχι μόνο έχει καταστρέψει ιστορικά τον οικονομικό πλούτο, αλλά καταστρέφει και την πολιτική και πνευματική ελευθερία που είναι αναγκαία για την άνθηση των διανοούμενων. Δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα τυφλό και ανακλασικό μίσος για τον καπιταλισμό που έκανε έναν εξέχοντα διανοούμενο όπως τον Lion Feuchtwanger – έναν από τους πιο πετυχημένους γερμανόφωνους συγγραφείς του 20ου αιώνα – να γράψει αυτές τις γραμμές στα απομνημονεύματά του από ένα ταξίδι στη Μόσχα που δημοσιεύθηκαν το 1937: “Κανείς μπορεί και αναπνέει ξανά όταν φεύγει από την καταπιεστική ατμόσφαιρα μιας κίβδηλης δημοκρατίας και ενός υποκριτικού ανθρωπισμού και έρχεται στην αναζωογονητική ατμόσφαιρα της Σοβιετικής Ένωσης. Εδώ κανείς δεν κρύβεται πίσω από σκοτεινά, χωρίς νόημα συνθήματα, αλλά κυριαρχεί μια σοβαρή ηθική, πραγματικά κατασκευασμένη γεωμετρικά, και αυτή η ηθική και μόνη προσδιορίζει το σχέδιο βάσει του οποίου οικοδομείται η Ένωση”.

Εξέχοντες διανοούμενοι, όπως οι Feuchtwanger, Brecht, Barbusse, Sartre and Chomsky μεταξύ αμέτρητων άλλων επέμειναν να αρνούνται πρώτον τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν στο όνομα του κομμουνισμού, τα οποία κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα εκτιμάται ότι κόστισαν 100 εκατομμύρια ανθρώπινες ζωές, και δεύτερον τα εκπολιτιστικά επιτεύγματα του καπιταλισμού, ενός συστήματος που έχει συμβάλει περισσότερο στην εξάλειψη της φτώχειας απ’ ό,τι οποιαδήποτε άλλη οικονομική τάξη στην ανθρώπινη ιστορία.

*Ο Rainer Zitelmann είναι διδάκτωρ Ιστορίας και Κοινωνιολογίας. Έχει γράψει 22 βιβλία. Έχει διδάξει στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου και υπήρξε επικεφαλής τομέα μιας μεγάλης γερμανικής εφημερίδας. Αυτό το άρθρο βασίζεται στο βιβλίο του The Power of Capitalism. 

**Το άρθρο δημοσιεύθηκε στα αγγλικά και παρουσιάζεται στα ελληνικά με την άδεια του Adam Smith Institute και τη συνεργασία του ΚΕΦίΜ – Μάρκος Δραγούμης.