Γήσμπα
στον Ισίδωρο Ζουργό
Ισμπά (изба́) είναι στα ρωσικά η μικρή ξύλινη εξοχική κατοικία, ένα απλό συνήθως ξύλινο παράπηγμα. Η βορειοελλαδίτικη λέξη ίσμπα ή γίσμπα προέρχεται πιθανότατα από εδώ και σημαίνει αποθήκη, σπηλιά, κρυψώνα. Τα παλιά σπίτια του χωριού μου, όσα χτίστηκαν στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, είχαν τα περισσότερα γίσμπες στην αυλή τους. Όταν αυτά είχαν πια καταρρεύσει ή αποκαεί σε μαζικές πυρπολήσεις ανάλογα με τα γινάτια των εποχών και τα είχε αφανίσει -καταπίνοντας τα ίχνη τους-ο καιρός, οι γίσμπες απόμεναν στην αυλή τους σαν η μοναδική μαρτυρία για τα κτίσματα που κάποτε υπήρχαν εκεί. Αρκετές από αυτές ήταν περίτεχνα κατασκευασμένες και έμοιαζαν με μικρά χαμηλοτάβανα θολωτά δωμάτια από πέτρα. Χρησίμευσαν μάλλον ως καταφύγια σε καιρούς επιδρομών ή ως μικρές κρυφές αποθήκες.
Σ’ ένα επικλινές οικόπεδο, όπου πλέον φύτρωνε μονάχα ένα χαμηλό τρυφερό χορτάρι, στη θέση ενός μεγάλου σπιτιού που είχε αφανιστεί εκ θεμελίων, πολύ κοντά στο δικό μας σπίτι, που κι αυτό το είχε κουτσουρέψει ο καιρός καθώς ένα ένα κατέρρεαν από την εγκατάλειψη υπόστεγα, αποθήκες και στάβλοι, υπήρχε μια τέτοια γίσμπα που με τα χρόνια είχε μπουκώσει με χώματα που έσπρωχναν μέσα οι βροχές και τα λογής σκουπίδια που έριχναν εκεί ομοθυμαδόν οι γείτονες. Η συντεταγμένη αποκομιδή των σκουπιδιών θα καθυστερούσε για σχεδόν μισό αιώνα ακόμα, μέχρι να κάνει σε μας την εμφάνισή της. Μέσα εκεί βρίσκαμε άδεια αεροζόλ των εντομοκτόνων που τα μαζεύαμε και τα ρίχναμε στις φωτιές που ανάβαμε για να σκάνε, αλλά και τα πράσινα πλαστικά μπουκάλια της χλωρίνης «κλινέξ» που οι ανίδεες γριές θεωρούσαν άχρηστα. Στην πίσω πλευρά της χάρτινης ετικέτας τους, υπήρχαν τα πολύτιμα κουπόνια καθώς η συγκέντρωση κάποιου αριθμού από αυτά σου επέτρεπε να πας στο μπακάλικο και να παραλάβεις ένα αξιοπρεπέστατο για τα μέτρα της εποχής επιτραπέζιο παιχνίδι όπως ο «γκρινιάρης», το «φιδάκι» κ.ά.
Συχνά, μέσα στην παραγεμισμένη με στάχτες από τα μαγκάλια, τα τζάκια και τις σόμπες γίσμπα, ανάμεσα σε ξεπατωμένα φυτά από τις αυλές, αποφάγια, κονσερβοκούτια, τενεκέδες και άλλα παρεμφερή βρίσκαμε μέσα σε πλαστικές σακούλες, κάποτε ζωντανά ακόμη, γατάκια που δεν είχαν προλάβει ν’ ανοίξουν τα μάτια τους και που η σκληρότητα των ορεσίβιων νοικοκυράδων εξόριζε με τον τρόπο αυτό από το σπίτι και μοιραία από τη ζωή.
Μπορεί καμιά φορά να είχαμε καταφέρει να σώσουμε κάνα δυο από αυτά, φέρνοντάς τα μισοπεθαμένα κοντά στις μανάδες τους ή ταΐζοντάς τα για μέρες υπομονετικά, κι εκείνα να συνέχισαν να γεννοβολούν επιμένοντας να βάζουν σε μπελάδες τη γειτονιά. Να επιβουλεύονται αγρίως φανάρια με τρόφιμα, αλευρωμένα ποταμίσια ψάρια που περίμεναν τη σειρά τους να μπουν στο τηγάνι ή αφύλαχτα τρόφιμα στα κελάρια… Όμως, η γίσμπα δεν έπαψε ποτέ να μου θυμίζει αληθινό χώρο ταφής λαβαίνοντας μέσα μου πένθιμες διαστάσεις. Μου άρεσε να θεωρώ, άγρια παρετυμολογώντας τη λέξη, ότι προερχόταν από το προστακτικό γης-(έ)μπα, τουτέστιν: θάβου ζωντανός. Και ποτέ αυτό δεν βγήκε έκτοτε από το νου μου.
αφήγημα του Νώντα Τσίγκα
