Μ Θεοδωράκης

Μίμης Ανδρουλάκης, πολιτικός και συγγραφέας γράφει για τον Μικη:

Μετά τη δικτατορία, έχουμε την πρώτη εκδήλωση στην Πάτρα–ο Μίκης είχε πάντα μια ιδιαίτερη σχέση με την Πάτρα, όπου είχε περάσει τα μαθητικά του χρόνια—, θα μιλούσαμε οι δύο μας στην πλατεία Αγίου Γεωργίου. Οδηγεί πάντα ο Μίκης, ένα Βόλβο τούρμπο· οδηγεί πάντα με μεγάλη ταχύτητα, σου κόβει την ανάσα. Και αφού πατάει γκάζι και επιδίδεται σε ένα παραλήρημα, λέγοντας τα απωθημένα του, τα παράπονά του για όλους και όλα…, μετά γλυκαίνει. Και άμα γλυκάνει ο Μίκης, πέφτει σε μια μελαγχολία. Και, ξέρετε, η σιωπή του είναι συγκλονιστική, γιατί «μουλιάζει» ολόκληρος, το βλέπεις ότι μέσα του έχει αρχίσει η μουσική. Πριν το Αίγιο πιάνει μια μπόρα καλοκαιρινή. Εμείς τραγουδάμε και– επειδή κατέβαιναν ποταμοί νερού από ψηλά, ήταν παλιός ο δρόμος– αναγκαζόμαστε να σταματήσουμε. Είναι τελείως μελαγχολικός, αμίλητος, αισθάνομαι αμέσως ότι και εγώ δεν πρέπει να μιλώ. Είναι ο Μίκης καθώς κάνει την κάθοδο στον Αδη. Βγάζει ένα πακέτο τσιγάρα Assos σκέτο και γράφει από πίσω το βασικό μοτίβο του «Μοιρολόι της βροχής, βράδυ Κυριακής». Δεν μιλώ. Γυρίζει απότομα και μου λέει με το χιούμορ του Θεοδωράκη, το σατανικό: «Εσένα θα βάλουνε να μου γράψεις τον επικήδειο! Εννοούσε την Αριστερά. Εχει επιθετικότητα αλλά του αρέσει η πλάκα και το «παίζει» κανονικά! «Πες μου αμέσως τι θα πεις! Διότι σας ξέρω εσάς, θα πεις “προσέφερε έτσι και έτσι, αλλά, ωστόσο…”». Οπότε εγώ, ως Κρητικός, αντιδρώ με τον ίδιο τρόπο, του λέω: «Ξάπλωσε κάτω!». Εχει ένα κάθισμα που το πατάει και φεύγει πίσω. Ξαπλώνει. Εγώ βγαίνω έξω με τη βροχή, κόβω ωραία σχίνα με τους καρπούς τους κόκκινους, τα τινάζω καλά και τον στολίζω. Και έβγαλα την ωραιότερη ομιλία που έβγαλα ποτέ στη ζωή μου. Εκανα τον επικήδειο του Μίκη. Ολα μέσα: η κρητική επανάσταση, το ΕΑΜ, η μουσική, ο Σοστακόβιτς, ο Μπετόβεν, ο Τσιτσάνης…. Και τραγουδούσα κιόλας! Ο ίδιος ο Μίκης…νεκρός. Είπα, είπα, είπα – ούτε θα μπορέσω ποτέ να τα ξαναπώ, δεν ξαναγίνεται— έβρεχε κιόλας, υπήρχε μια ατμόσφαιρα φοβερή. Ο Μίκης παίρνει σιγά σιγά μια νεκροφάνεια, δεν σαλεύει καθόλου, είναι ακίνητος, σε σημείο που νομίζεις ότι έχει σβήσει. Ηδη έχει κατέβει στον άλλο κόσμο ο Μίκης, έχει κάνει μια κάθοδο, είναι, ας πούμε, στο.. χολ! Τον αφήνω για λίγο, μετά με πιάνει πανικός, τον σπρώχνω: «Μίκη! Μίκη!». Σηκώνεται πάνω με δυσκολία μεγάλη. Δεν τον αφήνω να οδηγήσει, είναι σα ναρκωμένος.

Πηγή: Protagon.gr