
Το ενδιαφέρον είναι ότι ο χαρακτηρισμός «ξεχασμένη πόλη» δεν σημαίνει ότι ξεχάστηκε η ίδια η Θήβα· σημαίνει ότι η πραγματική ιστορική της βαρύτητα έμεινε στη σκιά της Αθήνας και της Σπάρτης.
Ο Cartledge επιχειρεί να αποκαταστήσει αυτή την ανισορροπία. Η Θήβα δεν ήταν απλώς η πόλη του Οιδίποδα και της Αντιγόνης. Υπήρξε μεγάλη πολιτική και στρατιωτική δύναμη και, τον 4ο αιώνα π.Χ., έφθασε στην κορυφή του ελληνικού κόσμου. Στα Λεύκτρα, το 371 π.Χ., ο Επαμεινώνδας συνέτριψε τους Σπαρτιάτες και ουσιαστικά έβαλε τέλος στη σπαρτιατική ηγεμονία.
Υπάρχει όμως και ένας βαθύτερος λόγος για τη «λήθη». Μεγάλο μέρος της εικόνας που έχουμε για τη Θήβα προέρχεται από Αθηναίους συγγραφείς, δηλαδή από ανθρώπους που συχνά την έβλεπαν ως αντίπαλο. Επιπλέον, η στάση των Θηβαίων κατά τους Περσικούς Πολέμους —ιδιαίτερα η συνεργασία μέρους της θηβαϊκής ηγεσίας με τους Πέρσες— άφησε ένα βαρύ ιστορικό στίγμα.
Και ύστερα ήρθε το 335 π.Χ.: ο Αλέξανδρος κατέστρεψε τη Θήβα σχεδόν ολοκληρωτικά. Η πόλη έχασε όχι μόνο την πολιτική της δύναμη αλλά, σε μεγάλο βαθμό, και τη δυνατότητα να αφηγηθεί η ίδια την ιστορία της.
Γι’ αυτό βρίσκω πολύ εύστοχη την κεντρική ιδέα του βιβλίου: την Ιστορία δεν τη διαμορφώνουν μόνο όσα συνέβησαν, αλλά και εκείνοι που έμειναν για να τα διηγηθούν.
Και στην περίπτωση της Θήβας, οι Αθηναίοι έμειναν να διηγούνται πολύ περισσότερο από τους Θηβαίους.
