Αφιερωμένο σε βαρουφακηδες, φαραντούρηδες και λοιπούς ..
Ένα μικρό δοκίμιο πάνω σε μια σκληρή αλλά διαχρονική ρήση
Η φράση που αποδίδεται στον Όττο φον Μπίσμαρκ —«καθηγητές τρεις κι εχάθη η πατρίς»— ακούγεται εκ πρώτης όψεως άδικη, σχεδόν προσβλητική για τον κόσμο της γνώσης. Κι όμως, δεν στρέφεται κατά της επιστήμης, αλλά κατά της αυταπάτης ότι η θεωρητική επάρκεια αρκεί από μόνη της για τη διακυβέρνηση των ανθρώπων.
Ο Μπίσμαρκ, πολιτικός της πράξης και της ισορροπίας, γνώριζε πως η πολιτική δεν είναι σεμινάριο, ούτε εργαστήριο καθαρών ιδεών. Είναι πεδίο συγκρούσεων, συμβιβασμών, πιέσεων, ανθρώπινων αδυναμιών και απρόβλεπτων γεγονότων. Εκεί όπου η ακαδημαϊκή σκέψη επιδιώκει τη λογική συνέπεια και την καθαρότητα των εννοιών, η πολιτική απαιτεί χρόνο, ένστικτο, εμπειρία και –κυρίως– επίγνωση του εφικτού.
Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι οι «καθηγητές», αλλά η μεταφορά της ακαδημαϊκής νοοτροπίας αυτούσια στην άσκηση εξουσίας. Όταν η πολιτική γίνεται πεδίο θεωρητικών πειραμάτων, όταν οι κοινωνίες αντιμετωπίζονται ως αφηρημένα μοντέλα και όχι ως ζωντανοί οργανισμοί, τότε οι καλές προθέσεις καταλήγουν συχνά σε κακά αποτελέσματα. Η ιστορία βρίθει παραδειγμάτων όπου λαμπρά μυαλά απέτυχαν όχι από έλλειψη γνώσης, αλλά από έλλειψη πρακτικής σοφίας.
Από την άλλη, η ρήση δεν δικαιώνει τον αντιδιανοουμενισμό. Οι κοινωνίες χρειάζονται τη σκέψη, την ανάλυση, τη βαθιά κατανόηση. Χωρίς θεωρία, η πράξη γίνεται τυφλή. Χωρίς αξίες, η πολιτική εκφυλίζεται σε κυνισμό. Το ζητούμενο δεν είναι να αποκλειστούν οι ακαδημαϊκοί από τη δημόσια ζωή, αλλά να μεταμορφώσουν τη γνώση σε πολιτική φρόνηση.
Ίσως, τελικά, το νόημα της φράσης να είναι προειδοποιητικό:
Όχι ότι οι καθηγητές δεν πρέπει να κυβερνούν, αλλά ότι κανείς δεν πρέπει να κυβερνά μόνο ως καθηγητής. Γιατί η πατρίδα δεν χάνεται από τη σκέψη, αλλά από τη σκέψη που δεν έμαθε ποτέ να περπατά μέσα στην πραγματικότητα.
