Η φράση «Πώς να κρυφτείς απ’ τα παιδιά; Έτσι κι αλλιώς τα ξέρουν όλα» από το τραγούδι Πώς να κρυφτείς απ’ τα παιδιά του Διονύσης Σαββόπουλος μοιάζει απλή, σχεδόν παιδική. Κι όμως, κρύβει μέσα της μια από τις πιο σκληρές αλήθειες της ζωής.
Τα παιδιά δεν «ξέρουν» με τη στενή έννοια της γνώσης. Δεν έχουν διαβάσει εγχειρίδια, δεν έχουν ζήσει ακόμη τις ήττες και τις διαψεύσεις των μεγάλων. Κι όμως, διαισθάνονται. Βλέπουν ρωγμές εκεί που οι ενήλικες υψώνουν τοίχους. Καταλαβαίνουν πότε ένα χαμόγελο είναι προσποιητό, πότε μια σιωπή είναι φόβος, πότε μια φωνή κρύβει ενοχή ή θλίψη.
Οι μεγάλοι πιστεύουν συχνά πως μπορούν να προστατεύσουν τα παιδιά με το ψέμα ή την αποσιώπηση. Μα στην πραγματικότητα προστατεύουν κυρίως τον εαυτό τους: από την αμηχανία της αλήθειας, από το βάρος της ευθύνης, από την ανάγκη να σταθούν ειλικρινείς. Τα παιδιά όμως «ξέρουν» γιατί νιώθουν. Και το συναίσθημα προηγείται πάντα της λογικής.
Η φράση του Σαββόπουλου λειτουργεί σαν καθρέφτης. Δεν απευθύνεται στα παιδιά, αλλά στους ενήλικες. Μας θυμίζει ότι η αθωότητα δεν είναι άγνοια, αλλά καθαρό βλέμμα. Ότι η μεγαλύτερη αποτυχία δεν είναι να μας καταλάβουν τα παιδιά, αλλά να πάψουμε εμείς να είμαστε κατανοητοί – πρώτα στον εαυτό μας.
Ίσως, τελικά, το ερώτημα δεν είναι πώς να κρυφτούμε απ’ τα παιδιά. Αλλά αν έχουμε το θάρρος να σταθούμε απέναντί τους χωρίς μάσκες. Γιατί τα παιδιά, έτσι κι αλλιώς, τα ξέρουν όλα. Και κυρίως: ξέρουν ποιοι πραγματικά είμαστε
