
Το λεωφορείο —ένα παλιό στρατιωτικό καμιόνι που είχε μετασκευαστεί για να μεταφέρει ανθρώπους, μπόγους, καλάθια και ζωντανά— αγκομαχούσε στις στροφές, συνδέοντας τα ορεινά χωριά του Βάλτου με το Αγρίνιο. Ήταν τα μέσα της δεκαετίας του ’60 και το «Βραχώρι», όπως το έλεγαν ακόμη οι παλιοί, φάνταζε στα μάτια των χωρικών σαν τη μεγάλη, υποσχόμενη πολιτεία.
Στο προτελευταίο χωριό η σκόνη καταλάγιασε για λίγο και δύο γυναίκες ανέβηκαν στο όχημα. Τα ροδαλά τους πρόσωπα, σφιγμένα κάτω από τις λουλακί μαντίλες, πρόδιδαν γυναίκες στην ακμή τους, γύρω στα σαράντα. Κάθισαν στις μεσαίες θέσεις και, πριν καλά-καλά ξεκινήσει η μηχανή, οι γλώσσες τους «πήραν φωτιά».
— Τα ’μαθες, Μάρω, τα νέα; Ο Δεσπότης θα ξυρίσει τον Παπασταμούλη!
— Γιατί; Τι έκανε πάλι αυτός ο θεοπάλαβος, Λενιώ;
— Να, λένε πως όταν είχε βγει για κυνήγι συνάντησε μια κοπελιά στο λιβάδι, εκεί που έβοσκε τις κατσίκες της. Του ζήτησε η δόλια να της διαβάσει το μάτι, που είχε βγάλει ένα κριθαράκι —να, μετά συγχωρήσεως— και ο αθεόφοβος της είπε πως τέτοιο κακό σπυρί θέλει «φίλημα από παπά» για να γιάνει! Το ’πε η μικρή στον πατέρα της και το πράγμα έφτασε μέχρι τη Μητρόπολη.
— Μόνο γι’ αυτό θα τον καθαιρέσουν, βρε Λενιώ;
— Ε, σίγουρα θα του έχει και άλλα μαζεμένα ο Δεσπότης. Πού να τον κάνει ζάφτι αυτόν…
Ένας επιβάτης που καθόταν ακριβώς πίσω τους, με πυκνή γενειάδα και τον καλογερικό σκούφο τραβηγμένο ελαφρώς προς τα πίσω, τις παρακολουθούσε σιωπηλός. Όταν η κουβέντα έφτασε στο απροχώρητο, έσκυψε ανάμεσά τους και τις διέκοψε με φωνή βροντερή:
— Συγγνώμη, κυράδες μου, για τη διακοπή… Τον γνωρίζετε προσωπικά τον Παπασταμούλη;
— Όχι! απάντησαν και οι δύο με μια φωνή, ξαφνιασμένες από την παρουσία του.
Ο παπάς τις κοίταξε στα μάτια, έβγαλε τον σκούφο του και, με μια βαριά, γνήσια αγρινιώτικη προφορά, τους πέταξε το «φαρμάκι» του:
— Ε, τότε, τώρα που θα πάτε στο Αγρίνιο, πηγαίνετε και στον Δεσπότη και πέστε του να ξεκινήσει το ξύρισμα από χαμπλά.
Η τρομερή ατάκα με το προφανές υπονοούμενο ανάγκασε τις δύο γυναίκες να σταματήσουν απότομα τη λογοδιάρροια.
Ο παπά-Θόδωρος —αυτό ήταν το μικρό του όνομα— ήταν μια ιδιαίτερη περίπτωση. Καταρχάς, ήταν απόγονος ηρώων της Ελληνικής Επανάστασης και με υπερηφάνεια έλεγε συχνά πως ο προπάππους του πολέμησε στη μάχη του Πέτα και αναφέρεται από τον Μακρυγιάννη στα Απομνημονεύματά του. Είχε τελειώσει το εξατάξιο Γυμνάσιο —σπάνιο για εκείνη την εποχή— και συνέχισε μεγάλος πια, πάνω από τα τριανταπέντε, τις σπουδές του στη Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης.
Βέβαια, κάποιοι «άσπονδοι φίλοι» του έλεγαν πως μπήκε στη σχολή αλλά δεν την τελείωσε ποτέ· η νυχτερινή ζωή της Θεσσαλονίκης στάθηκε μεγάλο εμπόδιο. Όποια κι αν είναι η αλήθεια, για τη δεκαετία του ’50, που σχεδόν όλοι οι παπάδες της επαρχίας μετά βίας είχαν τελειώσει το Δημοτικό, ο Παπασταμούλης ξεχώριζε. Θα μπορούσε, με τα γράμματα που γνώριζε, να γίνει ακόμη και Δεσπότης.
Ο χαρακτήρας του, όμως, σε καμία περίπτωση δεν ταίριαζε στην τυπική ιερατική αποστολή. Αθυρόστομος, τρομερός ατακαδόρος, λάτρης μέχρι υπερβολής του ωραίου φύλου —παρότι παντρεμένος και με οκτώ παιδιά— δεν σταματούσε μόνο στη λατρεία· προχωρούσε ακόμη περισσότερο. Μάλιστα, υποστήριζε πως είναι καλό να προσφέρεις «χαρά» σε χήρες και σε άλλες «πονεμένες» κατηγορίες γυναικών. Σε αυτό το σημείο ήταν «καζαντζακικός», ενώ για όλες τις υπόλοιπες ιδέες του μεγάλου Κρητικού διανοητή τον κατηγορούσε ως αιρετικό.
Ήταν όμως και καλόκαρδος και πολλές φορές παρενέβαινε για να αποτρέψει άσχημες εξελίξεις για συγχωριανούς του. Ο Γρηγόρης, νεαρός μαθητής τη δεκαετία του ’60, θυμάται:
— Πρέπει να ήταν παραμονή Χριστουγέννων του ’65, όταν είχα βγει στο μικρό δάσος γύρω από το χωριό να δω αν είχε πιαστεί κανένα κοτσύφι στις παγίδες που είχα στήσει. Έπεσα πάνω σε έναν συνομήλικό μου που μου έκλεβε τα θηράματα. Καυγαδίσαμε, του έριξα μερικές ψιλές και μια πέτρα που του πέταξα τον πέτυχε στο πόδι. Πήγε στον πατέρα του κλαίγοντας και είπε τα καθέκαστα. Όταν γύρισα στο χωριό, ο πατέρας μου με περίμενε στην αυλή με τη δερμάτινη ζώνη στα χέρια, έτοιμος να με κατασπαράξει. Ευτυχώς, εκείνη την ώρα περνούσε ο Παπασταμούλης και η επέμβασή του ήταν σωτήρια. Είχε και πάρα πολλά καλά αυτός ο ανυπότακτος παπάς, κατέληξε ο Γρηγόρης.
Ο Γρηγόρης, αν και μικρός, τον συμπαθούσε ιδιαίτερα αυτόν τον απείθαρχο και ανυπόκριτο παπά, όπως τον χαρακτηρίζει σήμερα που έχει καβαντζάρει τα εβδομήντα, χρησιμοποιώντας μάλιστα τη λατινική έκφραση sui generis. Πράγματι, ο Παπασταμούλης ήταν μια κατηγορία μόνος του.
Το χωριό του εκείνη την εποχή είχε ένδεκα καφενεία και ο παπά-Θόδωρος τα περιδιάβαινε καθημερινά σχεδόν όλα. Ένας χωριανός του, ο μπάρμπα-Μανώλης, μεγάλο πειραχτήρι, του λέει κάποια στιγμή:
— Βρε Παπασταμούλη, σε όποιο καφενείο και αν πάω, σε βρίσκω πάντα μπροστά μου…
Δεν πρόλαβε να αποσώσει τη φράση του και ο Παπασταμούλης τον κατακεραυνώνει:
— Κάνε τον σταυρό σου, μπάρμπα-Μανώλη, να μη με βρεις από πίσω σου μαζί με καμιά δεκαριά πρωτοστεφάνωτες Μαρίες να σε μοιρολογούν!
Μια άλλη φορά, σε μια λειτουργία σε ένα ορεινό χωριό, ο ψάλτης του, ένας μισοαγράμματος αγροφύλακας, με μεγάλη δυσκολία συλλάβιζε:
— Ζήλον λήψεται, λαόν απαίδευτον και νυν πυρ…
Ακούγεται ξαφνικά η βροντώδης φωνή του Παπασταμούλη:
— Απαίδευτος και απροπόνητος είσαι ‘σύ, βρε Χρήστο!
Ο μισθός του παπά ήταν τόσο λιγοστός που δεν αρκούσε να θρέψει τα δέκα στόματα της φαμίλιας του. Γινόταν δε ακόμη λιγότερος γιατί πολύ συχνά, λόγω των αταξιών του, ο Δεσπότης αναγκαζόταν να τον θέτει σε αργία, στερώντας του σημαντικό μέρος των αποδοχών του.
Ο δαιμόνιος Παπασταμούλης, για να επιβιώσει, το έριξε στο εμπόριο. Ένα Ντάτσουν ήταν το εργαλείο του. Κατέβαινε στον κάμπο, το γέμιζε καρπούζια και γύριζε στα ορεινά χωριά διαλαλώντας την πραμάτεια του. Σε ένα χωριό μαζεύτηκαν πολλοί γύρω από το Ντάτσουν για να διαλέξουν. Κάποιος από την παρέα, «εξυπνάκιας», θέλησε να τον πειράξει:
— Παπασταμούλη, θέλω να μου δώσεις ένα μεγαλούτσικο καρπούζι, αλλά το προτιμώ θηλυκό!
Δεν έδειξε να ενοχλείται. Ίσα-ίσα, τράβηξε τα ράσα του προς τη μέση και άρχισε να ελέγχει ένα-ένα τα καρπούζια, σχεδόν ιεροτελεστικά. Τα πασπάτευε απαλά και κάποια στιγμή διάλεξε ένα.
— Πάρ’ το, ρε, του λέει, αυτό είναι το καλύτερο θηλυκό που έχω στην καρότσα!
Έκπληκτος ο άλλος ρωτά, με έκδηλη απορία:
— Και πώς το κατάλαβες, ρε Παπασταμούλη;
— Ρε χαϊβάνι, δεν είδες που τα χάιδευα; Μόλις έπιασα αυτό το καρπούζι, ερεθίστηκα! Αν δεν το κατάλαβες, μου σηκώθηκε, ρε εξυπνάκια!
Και, γελώντας δυνατά, τους λέει:
— Ρε, εσείς είστε θεότρελοι! Θα ’θελα να ξέρω ποιος τρελός παπάς σας βάπτισε!
Και αμέσως άρχισε να τραγουδά, με στεντόρεια φωνή, ένα δημοτικό του πατριώτη του, του διάσημου Τάκη Καρναβά, σουξέ της εποχής:
«Πάω να βρω παπά αμαρτωλό για να με μεταλάβει,
για να μην έχω κρίματα και να με καταλάβει…
Θα με ρωτήσει να του πω τα όσα έχω κάνει…»
Με τις ιαχές όλης της παρέας —«Να μας ζήσεις, Παπασταμούλη, είσαι δικός μας!»— μπήκε στο Ντάτσουν και πήρε τον δρόμο για το επόμενο χωριό.
*από τη συλλογή διηγημάτων του Κ. Μπερτσιά με τίτλο:συνελόντι ειπείν και άλλα διηγήματα
