Με την ευκαιρία της καθέλκυσης της νέας φρεγάτας «Κίμων»
Η φράση αυτή αποτελεί μία από τις πιο εμβληματικές στιγμές της αρχαίας ελληνικής ιστορίας και αντικατοπτρίζει τη στρατηγική ευφυΐα του Θεμιστοκλή.
Ο Θεμιστοκλής είπε αυτά τα λόγια το 480 π.Χ., λίγο πριν από τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας. Οι Πέρσες είχαν ήδη καταλάβει και πυρπολήσει την Αθήνα. Οι Έλληνες στρατηγοί ήταν διχασμένοι: πολλοί ήθελαν να εγκαταλείψουν τη Σαλαμίνα και να υποχωρήσουν στον Ισθμό της Κορίνθου για να υπερασπιστούν την Πελοπόννησο.
Κατά τη διάρκεια μιας θυελλώδους σύσκεψης των αρχηγών, ο Κορίνθιος στρατηγός Αδείμαντος επιτέθηκε φραστικά στον Θεμιστοκλή, λέγοντάς του ότι δεν έχει πλέον δικαίωμα να μιλά γιατί είναι «άπολις» (χωρίς πόλη), αφού η Αθήνα ήταν υπό την κατοχή των Περσών.
Ο Θεμιστοκλή απάντησε με σθένος:
«Εμείς, κακομοίρη, εγκαταλείψαμε βέβαια τα σπίτια και τα τείχη μας, γιατί δεν θεωρούμε σωστό να γίνουμε δούλοι για χάρη άψυχων πραγμάτων. Όμως έχουμε την πιο μεγάλη πόλη από όλους τους Έλληνες: τις διακόσιες τριήρεις μας που είναι τώρα εδώ έτοιμες να σας βοηθήσουν, αν θέλετε να σωθείτε.»
Με τη φράση αυτή, ο Θεμιστοκλής εννοούσε ότι:
• Η πατρίδα δεν είναι οι πέτρες και τα κτίρια: Είναι οι άνθρωποι, το φρόνημα και η δύναμη που διαθέτουν.
• Η θάλασσα ήταν η μόνη ελπίδα: Όσο οι Αθηναίοι διατηρούσαν τον στόλο τους ανέπαφο, η Αθήνα παρέμενε ζωντανή ως οντότητα, έστω και «εν πλω».
• Στρατηγική πίεση: Άφησε να εννοηθεί πως αν οι υπόλοιποι Έλληνες δεν δέχονταν να πολεμήσουν στη Σαλαμίνα, οι Αθηναίοι θα επιβίβαζαν τις οικογένειές τους στα πλοία και θα έφευγαν για να ιδρύσουν μια νέα πόλη στην Ιταλία (Σύρις), αφήνοντας την υπόλοιπη Ελλάδα ανυπεράσπιστη.
Η στάση του Θεμιστοκλή άλλαξε τον ρου της ιστορίας. Κατάφερε να πείσει τον Σπαρτιάτη ναύαρχο Ευρυβιάδη να παραμείνουν και να πολεμήσουν στα στενά της Σαλαμίνας, όπου ο τεράστιος περσικός στόλος δεν μπορούσε να ελιχθεί, οδηγώντας στην τελική νίκη των Ελλήνων.

