Η Σφεντόνα του Θανάση

.

Η Σφεντόνα του Θανάση

Ο Θανάσης, άνθρωπος ήσυχος, δουλευταράς και γεμάτος ανθρωπιά, είπε μια μέρα να πάρει την ανηφόρα για τα Δερβενοχώρια να δει τον παλιόφιλό του, τον Κώστα. Είχε φτιάξει ο Κώστας ένα μικρό αγρόκτημα εκεί πάνω, κι ο Θανάσης το ’χε τάξει καιρό τώρα πως θα περάσει να τον δει.

Μόλις έφτασε κι αντίκρισε το τοπίο—το κόκκινο χώμα, κουμαριές, τα πουρνάρια ,τα χαμηλά πεύκα, τον αέρα τον καθαρό—του ’ρθε στο νου το Σταροχώρι. «Έτσι ήτανε κι εκεί…» μουρμούρισε. Κι αμέσως οι μνήμες άρχισαν να ξετυλίγονται μόνες τους, σαν κουβάρι που βρήκε άκρη.

Στην αυλή, κάτω απ’ το πράσινο στέγαστρο, ο Κώστας κρατούσε κάτι.

«Για δες εδώ, Θανάση. Βρέθηκε στην αποθήκη. Σαράντα χρόνια τη ’χω».

Ήταν σφεντόνα. Από σκληρό ξύλο, δουλεμένο, γυαλισμένο απ’ τις παλάμες του χρόνου. Το λάστιχο, καινούριο. Μα η ψυχή της παλιά.

Ο Θανάσης την πήρε στα χέρια του. Την κράτησε όπως κρατάς κάτι ιερό. Κι αμέσως όλα γύρισαν πίσω.

Τα πέτρινα χρόνια

«Αχ, Κώστα…» ψιθύρισε.

«Αυτή εδώ… είναι όλη η παιδική μου ηλικία».

Στα μέσα του ’40 ήτανε, όταν η φτώχεια δεν ήταν κουβέντα—ήταν τρόπος ζωής. Στο σπίτι τους, στο Σταροχώρι, δεν περίσσευε τίποτα. Κι όταν λέμε τίποτα, εννοούμε τίποτα. Το κυνήγι δεν ήταν για χαβαλέ. Ήταν για να μπει λίγο κρέας στο τσουκάλι.

Με τέτοια σφεντόνα ανέβαινε στις πλαγιές με τον μεγαλύτερο αδερφό του, τον Άγγελο. Το κρύο τρύπαγε κόκαλο. Τα πόδια βούλιαζαν στο χώμα, τα ρούχα λεπτά, μα δεν παραπονιόταν κανείς. Άκουγαν τον αέρα, περίμεναν για ένα θρόισμα. Ένας κότσυφας, μια τσίχλα, μια πέρδικα αν είχαν ρέντα. Θησαυρός ολάκερος.

Κι όταν γύριζαν σπίτι με ένα μικρό πουλάκι, η μάνα τους, η Γιαννούλα, που όλη μέρα ήταν βουβή από τη φροντίδα, άστραφτε. Ένα χαμόγελο έπαιρνε το πρόσωπό της. Ανακούφιση, όχι χαρά. «Ένα βράδυ ακόμα την βγάλαμε», αυτό έλεγε εκείνο το χαμόγελο.

Κι ο πατέρας τους, ο μπάρμπα Γιάννης, σοφός μέσα στη σιωπή του, τους έλεγε πάντα:

«Πρόσεχε πού σημαδεύεις, Θανάση. Δεν είναι όλα για σκότωμα. Σεβασμός θέλει το ζωντανό. Κυνηγάμε για να φάμε—όχι για να χαιρόμαστε το κυνήγι».

Λόγια φτωχά, μα πλούσια όσο δέκα βιβλία.

Ο Κώστας τον κοίταξε, βλέποντας τα μάτια του να ’χουν ταξιδέψει αλλού.

«Τι σου θύμισε;» τον ρώτησε.

Κι ο Θανάσης χαμογέλασε εκείνο το μειλίχιο, το παλιό, που ανακατεύει πίκρα και ευλογία.

«Όλη μου την παιδική ηλικία, Κώστα… κι εκείνη τη φτώχεια. Την αληθινή. Αυτή που όσο κι αν πονάει, σε φτιάχνει άνθρωπο. Σου μαθαίνει την αξία του λίγου και τον σεβασμό στο καθετί ζωντανό».

Κι έτσι, στην αυλή ενός σπιτιού στα Δερβενοχώρια, μια παλιά σφεντόνα δεν έμεινε πια ένα κομμάτι ξύλο με λάστιχο. Έγινε γέφυρα· ένωσε τον μικρό, πεινασμένο Θανάση του ’40 με τον ώριμο άντρα που στεκόταν σήμερα εκεί — κι ας είχαν περάσει εξήντα χρόνια κι ένας κόσμος ολόκληρος ανάμεσά τους.

Γιατί μέσα στο ξύλο της, αναστέναζε ακόμα ένας ολόκληρος τρόπος ζωής.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *