Τι αντιτάσσει η μειοψηφία όταν η εξουσία της ωμότητας είναι πλειοψηφικά εκλεγμένη;

Ένα δοκίμιο πολιτικής, ηθικής και πολιτισμικής αντίστασης.

Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία όπου η πλειοψηφία, κουρασμένη, φοβισμένη ή οργισμένη, παραδίδει την εξουσία σε ένα ύφος πολιτικής που τρέφεται από την ωμότητα. Είναι η ωμότητα που υπόσχεται απλότητα σε έναν περίπλοκο κόσμο, τάξη σε μια πραγματικότητα γεμάτη ασάφειες, δύναμη σε όσους αισθάνονται αδύναμοι. Και τότε γεννιέται το ερώτημα — επίμονο, σχεδόν υπαρξιακό: τι οφείλει να αντιτάξει η μειοψηφία όταν η εξουσία της ωμότητας είναι πλειοψηφικά εκλεγμένη;

Η πρώτη απάντηση είναι η πιο αυθόρμητη: η αντίσταση. Αλλά η αντίσταση δεν είναι πάντα κραυγή, δρόμος, ούτε συνθήματα. Μερικές φορές, η πιο βαθιά της μορφή είναι η άρνηση να υιοθετήσεις την ίδια τη γλώσσα της ωμότητας, να μην ανταποδίδεις τη χυδαιότητα, τη βία, τον κυνισμό. Η μειοψηφία τίθεται μπροστά σε ένα δίλημμα: να κατεβεί στο ίδιο επίπεδο, να μιλήσει με τα ίδια όπλα, ή να διατηρήσει έναν άλλο τρόπο — πιο δαπανηρό, πιο μοναχικό, πιο αργό.

Δεν είναι εύκολο. Γιατί όταν η ωμότητα επικρατεί πλειοψηφικά, η κοινωνία αποκτά μια νέα κανονικότητα, μια νέα ηθική. Η χυδαιότητα γίνεται πολιτική «ειλικρίνεια». Η προσβολή βαφτίζεται «παρρησία». Η ωμή ισχύς πλασάρεται ως «αποτελεσματικότητα». Τότε η μειοψηρία αισθάνεται πως μιλά μια ξένη γλώσσα μέσα στην ίδια της τη χώρα.

Η μειοψηφία, λοιπόν:

• Πρώτον: Διατηρεί την αποδοκιμασία.

Όχι υστερικά, όχι τιμωρητικά, αλλά σταθερά. Η αποδοκιμασία δεν είναι μικρή πράξη. Σε εποχές εκτροπής, είναι η πρώτη μορφή δημοκρατικής αυτοσυντήρησης. Είναι το σημάδι ότι κάποιος ακόμη κρατά το μέτρο, το ύψος του λόγου, την αξιοπρέπεια.

Δεύτερον: Επιμένει στην Υπενθύμιση.

Την αξία των θεσμών, τη σημασία της ευγένειας, τον ρόλο της αλήθειας. Η μειοψηφία δεν έχει την πολυτέλεια να σιωπήσει· γιατί η σιωπή, όταν οι κραυγές κυριαρχούν, μετατρέπεται γρήγορα σε αποδοχή.

Τρίτον: Οργανώνει τον Κοινωνικό της Χώρο.

Όχι απαραίτητα κομματικά, αλλά κοινωνικά. Διατηρεί δίκτυα, κοινότητες, φωνές. Η ιστορία δεν γράφτηκε ποτέ από εκείνον που περίμενε να αλλάξουν οι συσχετισμοί από μόνοι τους.

Τέταρτον: Διαφυλάσσει τον Πολιτισμό.

Η ωμότητα τρέφεται από την αμορφωσιά, τη βιασύνη, την πολιτική υποκουλτούρα. Η μειοψηφία μπορεί να γίνει φορέας ενός άλλου ήθους, όχι επειδή είναι «καλύτερη», αλλά επειδή θυμάται ότι η δημοκρατία θέλει χρόνο, κόπο, ευγένεια και μια απαραίτητη πίστη σε κάτι μεγαλύτερο από την κραυγή της στιγμής.

Και τέλος, η μειοψηρία δεν ξεχνά ότι η πλειοψηρία δεν είναι στατική. Είναι μια ρέουσα κατάσταση, μια ψυχολογία — όχι μια μεταφυσική εντολή. Οι λαοί μετακινούνται, οι διαθέσεις αλλάζουν, οι κρίσεις λυγίζουν βεβαιότητες. Η μειοψηφία δεν πρέπει να δει τη θέση της ως φυλακή, αλλά ως τη γέφυρα προς το αύριο.

Οι εξουσίες της ωμότητας μοιάζουν ακατάλυτες μέχρι τη στιγμή που καταρρέουν από την ίδια τους τη φύση: γιατί η ωμή δύναμη αναπόφευκτα κουράζει, φθείρει, εκθέτει, απογυμνώνει. Και τότε χρειάζεται κάποιος να έχει κρατήσει ζωντανή τη γλώσσα της δημοκρατίας, της αξιοπρέπειας και της συμπερίληψης.

Άρα η μειοψηφία τι κάνει; Κρατά το νήμα. Εκείνο που μοιάζει λεπτό, σχεδόν αόρατο, αλλά είναι το μόνο που συνδέει μια κοινωνία με τον καλύτερο εαυτό της. Η μειοψηφία δεν περιμένει την κατάρρευση της ωμότητας· προετοιμάζει τι θα μείνει όρθιο όταν αυτή καταρρεύσει.

Η μειοψηφία, όταν η ωμότητα είναι πλειοψηφικά εκλεγμένη, αρνείται να σιωπήσει και να εξαγριωθεί.

Επιμένει. Αποδοκιμάζει. Διδάσκει. Και επιβιώνει.

Γράφει:

Ο αιπόλος της Πάρνηθας