.
Οι «σωτήρες» που βγαίνουν στις οθόνες δεν έρχονται να σώσουν εμάς. Τον εαυτό τους περισώζουν — αυτόν που χτίστηκε πάνω σε σιωπές και πτώματα που κανείς δεν μέτρησε. Παλιοί ευνοημένοι, γυαλισμένοι από τα χρόνια του παρασκηνίου, συνηθισμένοι να περνούν πρώτοι επειδή έτσι έμαθαν: πατώντας.
Απέναντί τους, οι πραγματικά πεινασμένοι.
Άνθρωποι της βιοπάλης, που δεν χρωστούν σε κανέναν. Αυτοί σηκώνουν το βάρος, αυτοί τρώνε τα χτυπήματα, την ώρα που οι ισχυροί μιλάνε για «ευνομία» και χαμογελούν, ξέροντας πως δεν πρόκειται ποτέ να τους αγγίξει τίποτα.
Δεν είναι μυστήριο πώς ανέβηκαν.
Με φόβο, με κομπασμό, με τακτοποίηση συμφερόντων. Παιδιά προεστών, επαγγελματίες προβοκάτορες∙ έμαθαν να πειραματίζονται πάνω στις ζωές των άλλων και να το βαφτίζουν «πολιτική». Παρερμηνεύουν την πραγματικότητα επειδή τους βολεύει — και γι’ αυτό προχωρούν μπροστά μόνο όταν το σκοτάδι είναι πίσω τους.
Κι όταν φανεί η γύμνια τους, αρχίζει η παρέλαση της γελοιότητας:
πολιτικοί που εγκαταλείπουν τις ίδιες τους τις παρατάξεις, Πρόεδροι που τους χαιρετούν με χαμόγελα πανικού, μικρές ομάδες παρατρεχάμενων που μαζεύουν ό,τι περισσεύει από την εξουσία, σαν μπατίρηδες σε πανηγύρι.
Παρεμβαίνουν παντού, μπουκάρουν όπου βρουν κενό, χαϊδεύουν θεσμούς που έχουν σαπίσει, μοιράζουν υποσχέσεις σαν άδειες καραμέλες και ψαρεύουν νέους που δεν ξέρουν ακόμη από πού να φυλαχτούν.
Κι έτσι, σε σαλόνια γεμάτα ετοιμόρροπη χλιδή και σε σχολές που έχουν χάσει το λόγο ύπαρξής τους, ακούγεται πάντα το ίδιο επιφώνημα:
το γελοίο «ω!» εκείνου που βλέπει τον εαυτό του καθαρά — και τρομάζει.
