Τα πέτρινα χρόνια, Μια ιστορία από τον κάμπο του Μόρνου (1946–47) -διασκευή

τέλος δεκαετίας του 40..

Αρχές Ιουλίου του 1946, και το καλοκαίρι είχε μπει για τα καλά στην κοιλάδα του Μόρνου. Ο καυτός ήλιος, μαζί με το λίβα —έναν νοτιοδυτικό, ξηρό και πολύ θερμό άνεμο μέτριας έντασης, που εμφανίζεται συνήθως το μεσημέρι και το απομεσήμερο— έκαναν τη ζωή των ανθρώπων που εργάζονταν αυτή την εποχή στον θερισμό πραγματική κόλαση.

Ο θερισμός ήταν από τις πιο επίπονες δουλειές του καλοκαιριού και, ταυτόχρονα, εργασία μεγάλης σπουδαιότητας, γιατί εξασφάλιζε το ψωμί της χρονιάς. Όλα γίνονταν χειρωνακτικά, σε συνθήκες απίστευτα δύσκολες. Το λιοπύρι και ο λίβας δημιουργούσαν μια ανυπόφορη ατμόσφαιρα· ο ιδρώτας έτρεχε από τα πρόσωπα των ανθρώπων, μα κανείς δεν τολμούσε να σκουπιστεί, γιατί οι κολλημένες στο δέρμα αγάνες από τα στάχυα προκαλούσαν πόνο από το γδάρσιμο.

Πραγματικοί ήρωες οι άνθρωποι του κάμπου· δεν το έβαζαν κάτω, παρόλο που ήταν το θερμότερο καλοκαίρι των τελευταίων δεκαετιών, όπως έλεγαν οι παλιότεροι. Εργάζονταν όλοι με απίθανο κέφι, από τα δεκάχρονα παιδιά ως τους υπερήλικες· όλοι σαν μια γροθιά, απόλυτα συντονισμένοι, υπακούοντας στις οδηγίες του αρχηγού, που συνήθως ήταν ο γηραιότερος.

 

Εκείνη τη μέρα, από νωρίς το πρωί, είχαν αρχίσει το θερισμό στα σιτοχώραφα του Μπερτσιοκώστα —γνωστού και με το παρατσούκλι Κατσαβός— στη θέση Μαρμαράκι· μια έκταση περίπου δέκα στρεμμάτων, με πλούσια σιτεμένα στάχυα που προμήνυαν καλή σοδειά.

Ο θερισμός ήταν απαιτητική δουλειά. Χρειάζονταν πολλά χέρια, που δεν υπήρχαν πάντα σε κάθε οικογένεια. Τη λύση την αναζητούσαν οι γεωργοί στις συνεργασίες —«εν τη ενώσει η ισχύς». Έφτιαχναν, με τους γείτονες ή με συγγενείς και φίλους που είχαν ισομεγέθη κτήματα, μια μεγάλη ομάδα και αναλάμβαναν όλοι μαζί να φέρουν σε πέρας τον θερισμό όλων των χωραφιών. Έτσι τα κατάφερναν πολύ πιο εύκολα απ’ ό,τι θα μπορούσε ο καθένας μόνος του.

 

Τον εξηντάχρονο μπάρμπα Κώτσιο, όπως τον φώναζαν οι χωριανοί του, εκτός από τη γυναίκα του, τη Μαρία, και τον μικρό του γιο, τον Γιώργο, τον βοηθούσαν και τρεις γείτονες με τις γυναίκες και τα παιδιά τους. Συνολικά δεκαπέντε άνθρωποι είχαν πέσει με τα μούτρα στη δουλειά. Οι άνδρες είχαν στο κεφάλι τους ένα χειρομάντηλο που κρεμόταν προς τα πίσω, προστατεύοντας τον σβέρκο· εκτός από τον Κώτσιο, ο οποίος φορούσε μια τριμμένη τραγιάσκα, φερμένη από την Αμερική —να του θυμίζει, ίσως, τα χρόνια της ξενιτιάς.

Οι γυναίκες φορούσαν μαντήλια ανοιχτόχρωμα —«βαμπακιέλες» τα έλεγαν. Ήταν ολόλευκα κεφαλομάντηλα, πλυμένα με λουλάκι· όπως τα χτυπούσε ο ήλιος, αποκτούσαν υπέροχο άσπρο χρώμα και μια ιδιαίτερη γαλαζίζουσα χροιά. Τα παιδιά είχαν πρόχειρα καπελάκια από στρατσόχαρτο ή ψαθί. Όλοι ντυμένοι με μακρυμάνικα, για να προφυλάσσονται από τα στάχυα και τα αγκάθια.

Δίπλα σ’ ένα θερισμένο χωράφι είχαν δεμένα τα μουλάρια, που θα μετέφεραν στο αλώνι τα σιτηροδέματα.

 

Στις δύο μεγάλες συκιές, στο νότιο άκρο των χωραφιών, είχαν αφήσει τα σαμάρια των ζώων, τα πρόχειρα φαγητά για το μεσημέρι και τις βαρέλες με το νερό.

Ακριβώς στην άκρη των δέντρων περνούσε ένα από τα τρία αρδευτικά αυλάκια, που έφερναν το νερό από το ποτάμι και το διοχέτευαν στα χωράφια.

Σε μια αυτοσχέδια αιώρα-κούνια, η Βασίλω είχε κοιμίσει το μωρό της. Συνήθως τα βρέφη τα κοίμιζαν σε αντεστραμμένο σαμάρι, μα η Βασίλω, φοβούμενη τα φίδια, προτίμησε την ασφάλεια της κούνιας. Εκεί κάθισε κι ο πεντάχρονος γιος της, για να ειδοποιήσει όταν το μωρό ξυπνούσε. Του είχε δώσει μια φλογέρα του παππού, μα ο μικρός προτιμούσε να παίζει με τα αυτοσχέδια καραβάκια που έριχνε στο νερό του καναλιού.

 

Για έναν παρατηρητή, αυτή η εικόνα θα ήταν ειδυλλιακή· έλειπε μόνο ο ζωγράφος για να αποδώσει με τον χρωστήρα του τους θεριστάδες του Μόρνου, όπως ο Van Gogh στην Προβηγκία, πενήντα χρόνια νωρίτερα.

Ο ήλιος είχε ανέβει αρκετά, και η κούραση ήταν φανερή — όπως κι η ανάγκη για κρύο νερό. Ο δεκατετράχρονος Γιώργος έτρεχε κάθε τόσο στις συκιές να φέρει νερό στους θεριστάδες.

 

«Μαμά, μαμά! Το μωρό ξύπνησε και κλαίει!»

— «Κούνα λίγο την κούνια, σε λίγο θα ’ρθω», απάντησε η Βασίλω.

— «Βασίλω, πήγαινε τώρα· το παιδί θα θέλει άλλαγμα και βύζαγμα», ακούστηκε η επιτακτική φωνή του μπάρμπα Κώτσιου.

Και, γυρνώντας στον γιο του:

«Εσύ, Γιώργο, κάνε μια παλικαριά· πετάξου ως το βάλτο εκεί, στο άμπλα που βγάζει το κρύο νερό, και γέμισε τη βαρέλα και τη μπαρδάκα. Πάρε μαζί σου και τον μικρό της Βασίλως να σε βοηθήσει. Γύρνα γρήγορα· σε κανένα μισάωρο θα έχουν πάρει τα απόσκια της Στόχοβας και θα σταματήσουμε για φαγητό.»

 

Η Στόχοβα ήταν το βουνό που περιέκλειε τη νοτιοανατολική πλευρά της κοιλάδας. Σωστό ηλιακό ρολόι για τους κατοίκους: όταν ο ήλιος έλουζε και τα τελευταία βράχια στην κορφή, η ώρα ήταν ακριβώς δώδεκα.

Έφυγε ο Γιώργος, έφυγε κι η Βασίλω, κι οι υπόλοιποι συνέχισαν τη σκληρή δουλειά με αναπτερωμένο ηθικό· το μεσημεριανό διάλειμμα και το κρύο νερό ήταν το βάλσαμό τους.

 

Η Ασήμω, θέλοντας να πειράξει τον Νικολό που έδενε τα δεμάτια, του φώναξε:

«Καλά, τι δεμάτια ’ναι αυτά; Ατσούμπαλα, σαν κι εσένα τα ’χεις κάνει!»

«Και τι περίμενες, κυρά Ασήμω; Με τα χερόβολα που μάζεψες, τι να δέσω; Δεν ξέρεις την παροιμία; Συ κακά χερόβολα κι εγώ κακά δεμάτια!»

«Αφήστε τα πειράγματα», επενέβη ο μπάρμπα Κώτσιος. «Η δουλειά που κάναμε είναι θαυμάσια· έχουμε θερίσει το μισό. Ούτε στην Αμερική με την αλωνιστική μηχανή δεν θα προλάβαιναν τόσο!»

«Τι είναι αυτή η αλωνιστική μηχανή;» ρώτησε η Ασήμω.

«Μηχάνημα που το έσερναν άλογα την εποχή που ήμουν εκεί. Τώρα μαθαίνω το σέρνει τρακτέρ και θερίζει μόνο του· δεν θερίζουν με δρεπάνια και χέρια στην Αμερική. Οι άνθρωποι δουλεύουν πιο ξεκούραστα, δεν είναι είλωτες… αλλά εδώ είναι ψωροκώσταινα, Ασήμω!» είπε ο Κώτσιος αγανακτισμένα.

 

«Πήραν τα απόσκια! Πάμε να φάμε· να, έρχεται κι ο Γιώργος με το νερό!»

Με μιας, όλοι άφησαν κάτω τα δρεπάνια και έτρεξαν προς τις συκιές. Ο βαθύς ίσκιος τους ήταν ευεργεσία. Όπως οι δύο συκιές ήταν η μία κοντά στην άλλη και τα κλαδιά τους μπλέκονταν, σχημάτιζαν πυκνή φυλλωσιά που δεν άφηνε ηλιαχτίδα να περάσει.

Δροσίσθηκαν στο αυλάκι και αμέσως οι γυναίκες έστρωσαν κατάχαμα τα καρό τραπεζομάντιλα· έβγαλαν τα φαγητά και κάθισαν οκλαδόν, σε κύκλο.

 

«Έλα, ρε Μαρία, πού ήσουν τόση ώρα;» ρώτησε ο Κώτσιος, καθώς τη βλέπει να ’ρχεται με μια κατσαρόλα και μια στοίβα πιάτα.

«Ε, πετάχτηκα ως το σπίτι· έφτιαξα μια κατσαρόλα κολοκυθοκορφάδες. Εμείς είμαστε τυχεροί· το σπιτικό μας είναι κοντά στα κτήματά μας.»

Ακούμπησε την κατσαρόλα στη μέση και μοίρασε πιάτα και κουτάλια.

«Άντε, πάρτε την κουτάλα και βάλτε φαγάκι!» παρότρυνε.

«Ωραίο φαγητό· εμένα είναι το φαγητό μου!» είπε η Ρεβέκκα, γυναίκα του Μήτσου, μάνα πέντε παιδιών.

«Και τι θέλει; Φρέσκες άκρες, ανθούς, μικρούλια κολοκυθάκια, λίγο γάλα και τυρί· τα ρίχνεις στην κατσαρόλα κι είναι έτοιμο σε ένα τέταρτο. Πόσες φορές το ’χω φτιάξει για τα κουτσούβελα που όλο φωνάζουν “μαμά, πεινάμε!”»

 

«Αύριο, με τη δροσιά», μουρμούρισε, «θα μαζέψουμε το σιτάρι. Ό,τι προλάβουμε».

Η Μαρία έκλεισε το παιδί στην αγκαλιά της και τον φίλησε στο μέτωπο. Η ανάσα του ήταν κανονική, ζεστή — ένας μικρός θησαυρός μέσα στη νύχτα που τους είχε κλέψει τα πάντα.

 

Τις επόμενες μέρες έμαθαν πως οι αντάρτες είχαν πάρει τον δρόμο για τα βόρεια βουνά· κάποιοι μίλησαν για δύσκολες μέρες, άλλοι για εκδικήσεις και ξαναπροώθηση του πολέμου. Οι άνθρωποι του κάμπου οργάνωναν τη ζωή τους με τον τρόπο που ήξεραν: πήγαιναν στα χωράφια, φύλαγαν ό,τι μπορούσαν, βοηθούσαν ο ένας τον άλλον.

Κάποια ζώα δεν γύρισαν ποτέ. Κάποια εργαλεία χάθηκαν. Κάποιοι έκρυψαν το φόβο τους κάτω από το καθημερινό χαμόγελο. Ο μπάρμπα Κώτσιος έλεγε λίγα· πολλά δεν αλλάζουν τους ανθρώπους σαν τις μεγάλες πληγές· τις μαθαίνεις να τις κουβαλάς και να συνεχίζεις.

 

Ο χειμώνας που ακολούθησε στη Ναύπακτο ήταν σκληρός· αλλά τους βρήκε ζωντανούς. Το επόμενο πρωί, όταν άνοιγε το μάτι της μέρας, ο Γιώργος έβλεπε τη μάνα του να πλένει, τον πατέρα του να φροντίζει τα χωράφια του συγγενή, και ένιωθε πως κάτι μέσα του είχε σκληρύνει αλλά και κάτι είχε μείνει αθώο. Έμαθε ν’ αγαπά τις μικρές χαρές: ένα ζεστό φαγητό, το γέλιο ενός παιδιού, το άκουσμα της βροχής στο ξύλινο στέγαστρο.

 

Όταν επέστρεψαν, λίγους μήνες μετά, στο αγαπημένο τους κάμπο —παρά την απαγόρευση— βρήκαν τμήματα του χωραφιού καταπατημένα και σημάδια της βιασύνης στην αφή των πραγμάτων. Μα οι ρίζες παραμένουν. Φύτεψαν πάλι, όργωσαν, μάζεψαν καρπό με κόπο μεγαλύτερο, μα και με μια αργή πίστη πως τούτος ο τόπος θα τους θρέψει ξανά.

Οι χρονιές που ακολούθησαν τους έμαθαν να μετρούν τον πλούτο αλλιώς: όχι στα ζώα που είχε κανείς, ούτε στα δέντρα που είχε φυτέψει, αλλά στα χέρια που σε βοήθησαν όταν σε πήραν, στις φωνές που σε στήριξαν όταν φοβόσουν, στις νύχτες που ξαγρύπνησαν μαζί σου.

 

Ο μπάρμπα Κώτσιος δεν έγινε ποτέ ξανά νέος· τα μαλλιά του άσπρισαν, τα μάτια του πήραν βάθος. Μα κάθε άνοιξη, όταν άνθιζαν οι κολοκυθιές και τα στάχυα κιτρινίζαν οι κορφές, ένα ψίθυρος ευγνωμοσύνης τον έπαιρνε: ότι είχαν κρατηθεί, ότι είχαν περάσει. Η Βασιλική ήταν πάντα μέσα του — μια πληγή που δεν έκλεισε· αλλά και μια μνήμη που του έδινε λόγο να τραγουδά.

 

Τα χρόνια πέρασαν και τούτος ο κάμπος έμεινε πλατύς και ήσυχος σε πολλές στιγμές· κι όταν μιλούσες με τους παλιούς, σου έλεγαν για τις νύχτες που φοβήθηκαν, για τις νύχτες που πέρασαν, για τις μέρες που ξαναβρήκαν δουλειά και φως. Το καθετί μικρό —ένα καλό πιάτο, ένα μουλάρι που επέστρεψε, ένα παιδί που γέλασε— ήταν πια θησαυρός.

Και όταν ο ήλιος έπεφτε πίσω από τη Στόχοβα κι έλουζε τα στάχυα, ο μπάρμπα Κώτσιος έλεγε σπάνια λόγια. «Τα πέτρινα χρόνια», τα έλεγε, «φεύγουν, αλλά μας έμαθαν να μην εγκαταλείπουμε». Κι αυτό ήταν αρκετό.

Η κοιλάδα κρατά τις μυρωδιές και τις φωνές· το χώμα φυλάει τα βήματα· κι όποιος πέρασε απ’ τον κάμπο του Μόρνου ξέρει πως ακόμη κι αν οι εποχές αλλάζουν, η καρδιά των ανθρώπων εκεί παραμένει σαν ρίζα βαθιά, ανθεκτική. Τα πέτρινα χρόνια ίσως να πέρασαν· μα τα ίχνη τους έμειναν για να θυμίζουν πως η ζωή συνεχίζεται — με κόπο, με μνήμη και με την αργή, σιωπηλή ελπίδα που φυτρώνει πάντα μετά την καταιγίδα.

Κωνσταντίνος Μπερτσιάς