Αν ο κόσμος ήταν αψεγάδιαστος —απαλλαγμένος από τον πόνο, την απώλεια, τις συγκρούσεις και τα αναπάντητα ερωτήματα— τότε η τέχνη θα ήταν περιττή. Θα ήταν μια ξένη γλώσσα σε έναν τόπο όπου όλοι συνεννοούνται με τη σιωπή. Γιατί η τέχνη γεννιέται ακριβώς από τις ρωγμές. Ξεπηδά από την έλλειψη, από το τραύμα, από το μυστήριο που μας υπερβαίνει. Είναι η απεγνωσμένη αλλά και λυτρωτική προσπάθεια του ανθρώπου να συμφιλιωθεί με το ατελές της φύσης του.
Σε μια ουτοπία τελειότητας, όλα θα ήταν λυμένα και τακτοποιημένα. Δεν θα υπήρχε αγωνία, ούτε λαχτάρα για το «κάτι άλλο». Κι όμως, η τέχνη τρέφεται από αυτά ακριβώς: από την ανάγκη να δώσουμε μορφή στο άρρητο, να βάλουμε τάξη στο χάος και να φωτίσουμε τα σκοτάδια μας. Η μουσική, η ποίηση, η ζωγραφική, το θέατρο δεν είναι απλή διακόσμηση της καθημερινότητας∙ είναι ο αγώνας της ψυχής να βρει σχήμα, φωνή και δικαίωση.
Η τέχνη δεν προσφέρει λύσεις — προσφέρει όμως κατανόηση και παρηγοριά. Δεν διορθώνει τον κόσμο, αλλά μας οπλίζει με τη δύναμη να τον αντέχουμε. Μέσα από ένα έργο τέχνης νιώθεις ότι δεν είσαι μόνος, ότι ο πόνος σου έχει αντίλαλο, ότι η προσωπική σου αναζήτηση συναντά την πανανθρώπινη εμπειρία. Εκεί βρίσκεται η ανεκτίμητη αξία της: όχι στην αναζήτηση του τέλειου, αλλά στην αποδοχή του ανθρώπινου.
Ίσως, λοιπόν, ευτυχώς που ο κόσμος δεν είναι τέλειος. Αυτή η ατέλεια είναι που μας χαρίζει το προνόμιο της δημιουργίας. Η τέχνη γίνεται η γέφυρα ανάμεσα σε αυτό που είναι και σε αυτό που θα θέλαμε να είναι. Και πάνω σε αυτή τη γέφυρα, η σκληρή πραγματικότητα γίνεται λίγο πιο υποφερτή — και, κάποιες στιγμές, σπαρακτικά όμορφη.
Γι’ αυτό, η τέχνη δεν είναι πολυτέλεια. Είναι υπαρξιακή ανάγκη. Γιατί, όπως έχει ειπωθεί, «υπάρχει μια ρωγμή σε όλα∙ από εκεί είναι που μπαίνει το φως». Και μέσα σε αυτό το φως, γεννιέται η τέχνη.
**από την συλλογή κειμένων του Κ.Μ. με τίτλο: ο κόσμος μας, σκέψεις και απόψεις
