Στο Κόκκινο, στο παλιό Λούτσοβο της ορεινής Δωρίδας, εκεί όπου το βλέμμα ακουμπά στη λίμνη του Μόρνου σαν να θέλει να θυμηθεί τον μέγα ποταμό και την όμορφη κοιλάδα — τον χαμένο παράδεισο των παιδικών μας χρόνων — οι νύχτες έχουν ακόμα ψιθύρους…
Κάποτε έλεγαν πως στις πέτρινες βρύσες ερχόντουσαν νεράιδες, από τους λόγγους και τις ρεματιές, και άφηναν σταγόνες από μυστικό φως∙ έτσι εξηγούσαν το κρυστάλλινο νερό, την ανεξήγητη γαλήνη.
Τώρα, σε μια όμορφη γωνιά δίπλα στη βρύση, εκεί που τα σκαλιά γλιστρούν μέσα στη γη, στέκει μια άλλη νεράιδα — ένα πανέμορφο ξωτικό.
Λευκή, δίχως πρόσωπο, κι όμως γεμάτη παρουσία.
Ο Οδυσσέας Τοσουνίδης την έπλασε σαν ανάμνηση από αρχαίο όνειρο, και ο ευπατρίδης Σπύρος Καραδήμας τη χάρισε στο χωριό του, σαν υπόσχεση ότι η ομορφιά δεν ξεχνά τον δρόμο της επιστροφής.
Την πρώτη νύχτα, όταν το φως του δρόμου άναψε και η πέτρα γυάλισε από τη βροχή, όσοι περνούσαν σταμάτησαν χωρίς να ξέρουν γιατί.
Ένα ρεύμα αέρα πέρασε από τις πανύψηλες λεύκες∙ κάποιοι ορκίστηκαν πως μύρισε θυμάρι και λιβάνι, άλλοι πως άκουσαν βήματα πάνω στο πλακόστρωτο.
Ίσως να ήταν απλώς η φαντασία.
Ίσως όμως, όπως γράφει ο μεγάλος μας ποιητής Κωστής Παλαμάς, «οι νεράιδες πιάνουν χορό» όταν το φεγγάρι κουρνιάζει στα νερά.
Και έτσι, η βρύση του χωριού έγινε ξανά τόπος συνάντησης…
Παιδιά που γελούν, ηλικιωμένοι που θυμούνται, ταξιδιώτες που αναρωτιούνται ποια ιστορία κρύβει το άγαλμα.
Κανείς δεν έχει την ίδια απάντηση — κι αυτό είναι το δώρο.
Γιατί κάθε χωριό χρειάζεται ένα θαύμα, έστω μικρό:
ένα γλυπτό που δεν μιλά, αλλά κάνει τους ανθρώπους να μιλούν∙
μια μορφή ακίνητη, που όμως κινεί τη μνήμη∙
μια νεράιδα που δεν ήρθε για να φύγει — μα για να μείνει.
Σε ευχαριστούμε και γι’ αυτό το δώρο, Σπύρο Καραδήμα!
ΚΜ




