Η ιταλική γκράπα και το ελληνικό οπισθοδρομικό κράτος …


Πολλές φορές φέρνουμε την Ιταλία ως παράδειγμα προς μίμηση για τις εξαιρετικές της γκράπες, αλλά και για το πώς κατάφερε να αναδείξει ένα «υποπροϊόν» της οινοποίησης σε ένα must για κάθε εστιατόριο ανά τον πλανήτη που σέβεται τον εαυτό του.

Ωστόσο, αυτό που συνέβη με το τσίπουρο στην Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες είναι εξίσου –αν όχι περισσότερο– εντυπωσιακό. Ξέρατε, για παράδειγμα, ότι πριν από το 1989 δεν υπήρχε εμφιαλωμένο τσίπουρο στην αγορά; Μάλιστα, η παραγωγή του ήταν ουσιαστικά απαγορευμένη. Έως τότε επιτρεπόταν μόνο η κατ’ ιδίαν απόσταξη, αποκλειστικά για προσωπική χρήση και υπό την προϋπόθεση ότι ο παραγωγός ήταν αμπελουργός. Οπότε μην απορείτε γιατί δεν έχουμε παλαιωμένα αποστάγματα 20, 30 ή 40 ετών και γιατί οι Ιταλοί, που φέραμε ως παράδειγμα, είναι τόσο μπροστά με την γκράπα τους.

Η επαγγελματική παραγωγή αμπελοοινικών αποσταγμάτων είναι, λοιπόν, ένα σχετικά πρόσφατο «σπορ» και ακόμη πιο πρόσφατο είναι αυτό των παλαιωμένων αποσταγμάτων.

Όταν δούλευα στον Τσάνταλη, προς τα τέλη της δεκαετίας του ’90, θυμάμαι καθαρά τη στιγμή που η ιστορική αυτή οινοποιία-αποσταγματοποιία παρουσίασε στην αγορά το πρώτο παλαιωμένο απόσταγμα σταφυλιού. Λίγο αργότερα εμφανίστηκε και ο Κώστας Λαζαρίδης με το Methexis, ανοίγοντας τον δρόμο για να ακολουθήσουν σιγά σιγά και άλλοι.

Τα βήματα που έκανε η ελληνική αποσταγματοποιία είναι τεράστια και το μέλλον προβλέπεται ακόμη πιο συναρπαστικό, αρκεί βέβαια ο κρατικός μηχανισμός να αποδειχθεί λίγο πιο ευέλικτος, καθώς η αυστηρότητα με την οποία αντιμετωπίζει τους παραγωγούς δεν τους επιτρέπει να πειραματιστούν ή να καινοτομήσουν.

Πηγή: ΑθηΝΕΑ /του Ανέστη Χαϊτίδη