Ο ήλιος έχει ήδη λούσει το υπνοδωμάτιο και με ξυπνά κάπως άκαιρα. Η βραδινή έξοδος τράβηξε αρκετά — τα έχουν αυτά οι καλές παρέες· δεν καταλαβαίνεις πώς περνά η ώρα.
Ετοιμάζομαι γρήγορα και βγαίνω στον δρόμο.
— Καλημέρα, Γιάννη! —λέω στον γείτονα, που τον βλέπω σκυμμένο στο καπό του αυτοκινήτου του.
— Πού την είδες την καλή μέρα, ρε Κώστα; Όλα στραβά κι ανάποδα! Τρίτη και δεκατρείς σήμερα, και βλέπεις πρωί-πρωί τον Παπαγιώργη, τον παπά της ενορίας μας! —μου απαντά με έντονο εκνευρισμό.
— Τι είναι όλα αυτά που λες, ρε Γιάννη; —του μιλώ ήρεμα.
— Α, ξέχασα… και η μαύρη γάτα, η δική σου, ήρθε πρωί-πρωί να με συναντήσει! Μαζέψτε τις γάτες σας — όλο γρουσουζιά είναι!
— Ηρέμησε… τι έπαθες; Τι είναι όλα αυτά που μου αραδιάζεις;
— Άσε με, ρε! Πήγαινε στο δρόμο σου! Αναποδιά κι εσύ με τις καλημέρες σου…
— Κάτσε καλά, άνθρωπέ μου· τι σε τσίμπησε πρωί-πρωί;
— Φοβάμαι, ρε! Από χθες το βράδυ βλέπω: «Τρίτη και δεκατρείς»! Γρουσουζιά, ρε γείτονα…
Δεν συνεχίζω την κουβέντα. Μάταιη θα ήταν, άλλωστε, κάθε προσπάθεια να τον ηρεμήσω.
Μπαίνω στο αυτοκίνητό μου, βάζω το κλειδί στη μίζα και —αντί για τον γνώριμο ήχο της μηχανής— ακούγεται το κρακ του σπασίματος του κλειδιού.
— Αμάν! —ξεφωνίζω.— Γρουσουζιά πρωί-πρωί…
Νάσου κι ο γείτονας, που γελώντας χαιρέκακα, μου φωνάζει:
— Να με ακούς, κύριε Κώστα! Τρίτη και δεκατρείς σήμερα!!
Έμεινα να κοιτάζω το σπασμένο κλειδί. Ίσως τελικά ο Γιάννης να είχε δίκιο — τουλάχιστον για σήμερα…
Από την συλλογή διηγημάτων του Κ Μπερτσιά με τίτλο: μικρές ανθρώπινες ιστορίες
