Συγγνώμη, συνάδελφε!

Βγαίνω από το υπόγειο πάρκινγκ στην οδό Μπενάκη, κοντά στην Ομόνοια. Τα φανάρια στη συμβολή με την Πανεπιστημίου είναι κόκκινα. Δύο αυτοκίνητα είναι σταματημένα· οι οδηγοί τους περιμένουν υπομονετικά το πράσινο. Στην αρχή της Μπενάκη, ένα ταξί ξεπροβάλλει από τη Σταδίου.

Προχωρώ σιγά σιγά και παίρνω θέση πίσω από τα άλλα αυτοκίνητα, περιμένοντας κι εγώ τη σειρά μου. Ξαφνικά, ένας μαινόμενος τύπος ανοίγει την πόρτα μου και αρχίζει να ουρλιάζει:

— Ντροπή σου, ρε! Έχεις την τζιπάρα σου, έχεις λεφτά και μας γράφεις όλους! Γιατί μου πήρες τη σειρά; Είχα προτεραιότητα, ρε καπιτάλα! Σιγά μη λογαριάσεις έναν φτωχό ταξιτζή…

Φοβήθηκα. Έβλεπα έναν άνθρωπο που είχε χάσει τον έλεγχο — κατακόκκινος από τον θυμό, αφιονισμένος. Μου φάνηκε πως η τσέπη του παντελονιού του ήταν φουσκωμένη· υπέθεσα πως μπορεί να έκρυβε όπλο.

Ξαφνικά, μου ήρθε μια ιδέα. Προσποιούμενος τον ψύχραιμο και κάνοντας τον απορημένο, του λέω:

— Ρε φίλε… εγώ οδηγός είμαι! Πού τέτοια τύχη να είχα τέτοιο αυτοκίνητο; Το αφεντικό με περιμένει στην πλατεία Κάνιγγος — είχε μια συνάντηση στο υπουργείο. Συγγνώμη που σου πήρα την προτεραιότητα…

— Πες το, ρε φίλε! Συνάδελφος είσαι! Πού να το φανταστώ; Και δε μιλάς κι εσύ, να με αφήνεις να σε βρίζω… Άντε, φύγε, και να με συγχωρείς!

Από την συλλογή διηγημάτων του Κ Μπερτσιά με τίτλο: μικρές ανθρώπινες ιστορίες