Καλημέρα!

Οι πρώτες αχτίδες

Ο ήλιος ανατέλλει απ’ την Πάρνηθα κι οι πρώτες του αχτίδες απλώνονται σαν χρυσό πέπλο πάνω στα Δερβενοχώρια. Η πρωινή πάχνη στέκει ακόμα χαμηλά, σαν να διστάζει να φύγει, να αφήσει τη γη μόνη της στο φως. Το μικρό πετρόχτιστο εκκλησάκι, με τη σκεπή του να γυαλίζει από τη δροσιά, μοιάζει να ξυπνά μαζί με τη φύση· οι πέτρες του ζεσταίνονται, ανασαίνουν.

Απ’ τον δρόμο ακούγεται μακριά ο ήχος μιας μηχανής, κι ύστερα σιωπή. Μόνο τα πουλιά και το τρίξιμο των φύλλων που λαμπυρίζουν σαν να έχουν πιαστεί φωτιά από το πρωινό φως. Ένας ηλικιωμένος άντρας ανεβαίνει αργά το μονοπάτι με το ραβδί του. Κάνει τον σταυρό του μπροστά στο ξωκλήσι και κάθεται στην πεζούλα. Δεν μιλά — κοιτά. Το βλέμμα του χάνεται στα χωράφια, εκεί όπου δούλευε παιδί, τότε που ο κόσμος φαινόταν ατέλειωτος κι ο ήλιος πάντα ανέτειλε με υπόσχεση.

«Καλημέρα, Παναγιά μου», ψιθυρίζει. «Καλημέρα και σε σένα, πατέρα μου», σαν να μιλά στον ήλιο που τώρα στέκεται ολόλαμπρος πάνω απ’ το οροπέδιο.

Η μέρα αρχίζει, απλή, ήρεμη, όπως παλιά. Και για μια στιγμή, όλα μοιάζουν όπως ήταν κάποτε — όταν η πίστη, η γη και το φως ήταν ένα.