Μια μέρα στη Βερόνα

Έφτασα στη Βερόνα νωρίς το πρωί. Ο αέρας ήταν καθαρός και δροσερός. Η πόλη ξυπνούσε αργά. Οι καμπάνες χτυπούσαν και η ομίχλη ανέβαινε πάνω από τον ποταμό. Περπάτησα χωρίς σχέδιο, μόνο για να νιώσω τα βήματα πάνω στην πέτρα.

Στάθηκα σ’ ένα μικρό καφέ στην Piazza delle Erbe. Ήπια έναν εσπρέσο όρθιος, όπως κάνουν οι Ιταλοί. Οι γυναίκες στους πάγκους έστηναν φρούτα, φώναζαν, γελούσαν. Η μυρωδιά του ροδάκινου και της πέτρας που ζεσταινόταν από τον ήλιο μπλέκονταν. Μου άρεσε αυτή η ανάσα της πόλης· ήταν ζωντανή, και τίποτα δεν μου ζητούσε.

Πήγα προς την Αρένα. Οι σκιές ήταν κοφτερές και τα βήματα αντηχούσαν κάτω από τις καμάρες. Οι πέτρες κρατούσαν μέσα τους τη μνήμη πολλών ζωών. Δεν ήξερα γιατί, αλλά ένιωθα ήρεμος. Σαν να βρισκόμουν σε τόπο που δεν μου ανήκει, μα με δέχεται.

Είδα το σπίτι του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας και το πλήθος να συνωστίζεται για να ακουμπήσει το στήθος της.

Το μεσημέρι κάθισα σ’ ένα τραπέζι κοντά στη γέφυρα. Έφαγα ένα κομμάτι πίτσα και ήπια ένα ποτήρι κρασί. Ο υπάλληλος ήταν Μαροκινός και μου μίλησε ελληνικά· πολλά χρόνια πριν είχε περάσει από τα Μέγαρα και είχε δουλέψει στου Καλέργη, που κατασκεύαζε προκατασκευασμένα σπίτια σε στυλ ανεμόμυλου. Πόσο μικρός είναι ο κόσμος, σκέφτηκα…

Ο ποταμός έλαμπε κάτω από τον ήλιο, βαριά κι αργά. Ένα ζευγάρι δίπλα μου μιλούσε αγγλικά. Μια γριά τάιζε περιστέρια με κινήσεις αργές, τελετουργικές. Κανείς δεν κοιτούσε κανέναν· όλοι είχαμε αρκετά μέσα μας.

Μια ομάδα παιδιών εμφανίστηκε από τη γωνία του δρόμου, κι ακούστηκαν φωνές ελληνικές — ένα σχολείο από το Αίγιο έκανε την εκδρομή του στη Βερόνα. Στην επόμενη γωνία το μάτι μου έπεσε σε μια ταμπέλα: Hellas Verona Football Team. Τι σύμπτωση· πολλή Ελλάδα στη Βερόνα!

Το απόγευμα η πόλη είχε ακόμη ζωή, και μάλιστα έντονη. Οι δρόμοι γέμιζαν με μουσικούς του δρόμου, τουρίστες με παγωτά και φωνές παιδιών που κυνηγούσαν περιστέρια. Η ομίχλη είχε διαλυθεί, κι ο ήλιος έπεφτε πάνω στις προσόψεις των σπιτιών, κάνοντάς τες να λάμπουν σαν ώριμα ροδάκινα. Στάθηκα στη γέφυρα και κοίταξα το νερό να κυλά. Δεν ήθελα να φύγω. Εκείνη τη στιγμή, η Βερόνα ήταν πιο ζωντανή κι από ανάσα.